Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Υδατική ενέργεια

ΥΔΡΟΚΙΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Η χρήση της ενέργειας που μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο το νερό (υδροενέργεια ή υδραυλική ενέργεια ) θεωρήθηκε ως το πιο σημαντικό βήμα στην εξέλιξη των μέσων που χρησιμοποιούσε για παραγωγικούς σκοπούς (άλεσμα, άντληση, πριόνισμα κ.ά.). Ως την αρχή της χρήσης της ατμομηχανής, στα τέλη του 18ου αιώνα, η υδροενέργεια ήταν η μόνη φυσική πηγή εργαστηριακής παραγωγής μηχανικής ενέργειας, με εξαίρεση την αιολική.
Στον Ελληνικό χώρο λειτούργησαν δύο τύποι νερόμυλοι: ο «ρωμαϊκός» με την όρθια εξωτερική φτερωτή (όπου η ροή του νερού ήταν μεγάλη) και κυρίως ο «ανατολικός» ή «ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική οριζόντια φτερωτή ( όπου η ποσότητα του νερού ήταν μικρή και γινόταν εκμετάλλευση πίεσης από εκτόξευση ή υδατόπτωση). Ο νερόμυλος με την οριζόντια φτερωτή φαίνεται ότι διαδόθηκε γρήγορα στο Βυζαντινό κράτος (γι’ αυτό και ονομάστηκε «ανατολικός») και ως το τέλος της λειτουργίας του δεν παρουσίασε σημαντική εξέλιξη. Στους οριζόντιους νερόμυλους που λειτουργούσαν με λίγο νερό, ήταν απαραίτητη η παράλληλη κατασκευή έργων υποδομής συγκέντρωσης, αποθήκευσης και διοχέτευσης του νερού (δηλαδή νεροκράτες, λίμνες, αγωγοί, αυλάκια, γέφυρες, δεξαμενές, βαγένια, κάναλοι), των οποίων η αξία ήταν πολλές φορές μεγαλύτερη από την αξία του ίδιου του μύλου.

Η ΥΔΡΟΚΙΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Σήμερα η υδραυλική ενέργεια αξιοποιείται κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Οι τουρμπίνες στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια παίρνουν ενέργεια από το νερό με τον ίδιο σχεδόν τρόπο με τον οποιό ενεργοποιούνται οι νερόμυλοι. Σε μερικές περιπτώσεις το νερό πέφτει από μεγάλο ύψος και η ενέργειά του οφείλεται στη μεγάλη του ταχύτητα. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις δεν προέρχεται από μεγάλο ύψος, οπότε δεν πέφτει στην τουρμπίνα με μεγάλη ταχύτητα, αλλά η ποσότητά του είναι τέτοια, ώστε να μεταβιβάζει αρκετή ενέργεια. Δίπλα σε υδροηλεκτρικά εργοστάσια, στα οποία το νερό δεν προέρχεται από μεγάλο ύψος, συνήθως χτίζεται και ένα φράγμα κατά μήκος του ποταμού, έτσι ώστε πίσω από αυτό να δημιουργείται μια μεγάλη δεξαμενή νερού. Το νερό μετακινείται από εκεί στις τουρμπίνες. Μεταφέρεται έτσι σ’ αυτές ένα μέρος από την ενέργειά του, το οποίο, μέσω της περιστροφής, μεταβιβάζεται σε ηλεκτρικές γεννήτριες. Καθώς λειτουργούν οι γεννήτριες, η λόγω περιστροφής ενέργειά τους μετατρέπεται – πάντοτε εν μέρει – σε ηλεκτρική ενέργεια . Τα περισσότερα υδροηλεκτρικά εργοστάσια είναι τεράστιες εγκαταστάσεις που τροφοδοτούν με ενέργεια βιομηχανικά συγκροτήματα αλλά και ολόκληρες πόλεις. Σε περιοχές με «λίγα νερά» είναι δυνατόν να δημιουργηθούν μικρές υδροηλεκτρικές μονάδες. Αυτές θα μπορούσαν να τροφοδοτούν ενεργειακά νοικοκυριά που βρίσκονται μακριά από τον πολιτισμό.

ΓΙΑΤΙ ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ;

Οι νερόμυλοι με τον πρωτόγονο για την εποχή μας τρόπο λειτουργίας, άλεσαν με αδάπανη στατική ενέργεια τα δημητριακά για πολλούς συνέχεια αιώνες. Η παραγωγή ενέργειας σήμερα, στατικής ή μεταφερόμενης από το νερό και άλλες πηγές, πήρε τεράστιες διαστάσεις. Κατάφερε να γίνει ρυθμιστής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της ανθρωπότητας. Όποιο ψωμί και αν προτιμούν σήμερα οι άνθρωποι, οι νερόμυλοι σε όλα σχεδόν τα Κράτη, βιομηχανικά και γεωργικά, αποτελούν παρελθόν. Η Ελλάδα δε μπορούσε, ούτε έπρεπε ίσως να περιφρονήσει την επαναστατική αλλαγή. Οι νερόμυλοι ωστόσο πέρασαν μάλλον οριστικά στην ιστορία. Λησμονημένοι, κατεστραμμένοι ή μισοερειπωμένοι δεν ελπίζουν σε ανάσταση. Η μια κάποια κίνηση από το 1980 ν’ αφήσουμε τους πολύστροφους ατσαλοκύλινδρους, γιατί καταστρέφουν τα πολύτιμα συστατικά του σιταριού και να γυρίσουμε στις ολιγόστροφες μυλόπετρες, γιατί αλέθουν το πιο θρεπτικό και πιο υγιεινό αλεύρι, δεν φαίνεται να καρποφορεί. Η σημασία των νερόμυλων για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών σίγουρα δεν είναι ίδια σε κάθε εποχή. Παλιότερα οι νερόμυλοι συνδέονταν άρρηκτα με την καθημερινή ζωή των ορεινών οικισμών. Σήμερα αυτός ο ρόλος έχει μειωθεί. Είναι βέβαιο ότι η ανάδειξη και προβολή των παραδοσιακών νερόμυλων μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πόλο έλξης των επισκεπτών που θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα αυτή τη σημαντική πτυχή της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ – ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

Η λειτουργία των υδροκίνητων μηχανισμών γινόταν μέσω μικρού ή μεγάλου υδροτροχού (φτερωτής), όρθια ή οριζόντια τοποθετημένου, τον οποίο με διάφορους τρόπους περιέστρεφε η δύναμη του κινούμενου νερού. Οι όρθιοι υδροτροχοί καθιερώθηκαν ως «ρωμαϊκοί», διότι η εξάπλωσή τους έγινε στο ρωμαϊκό κράτος, ενώ οι μεταγενέστεροι οριζόντιοι ως «ελληνικοί» ή «ανατολικοί», διότι χρησιμοποιήθηκαν στη βυζαντινή επικράτεια. Και οι δύο αρχικά κινούσαν μόνο αλεστικούς νερόμυλους.
Από το νερό μπορούμε να εκμεταλλευτούμε ενέργεια δύο μορφών: την κινητική, αυτή που έχει το νερό όταν κινείται, και τη δυνατότητα, αυτή που δίνει όταν μειώνεται η διαφορά στάθμης της επιφάνειάς του. Και οι δύο αυτές μορφές χρησιμοποιούνται από την εποχή της προβιομηχανικής τεχνολογίας ως τις μέρες μας για κίνηση πολλών ειδών, μορφών, χρήσεων και παραγωγικής ικανότητας υδροκίνητων μηχανών. Πρώτα χρησιμοποιήθηκε η κινητική ενέργεια που παράγεται από τη φυσική και μόνο ροή των ποταμών με την τοποθέτηση όρθιων μικρών φτερωτών πάνω από το ρεύμα του νερού, το οποίο παρασύροντας προεξέχοντα και βυθισμένα πτερύγια, τις περιέστρεφε. Πολύ αργότερα χρησιμοποιήθηκε με τον ίδιο τρόπο η ροή της παλίρροιας (παλιρροιόμυλοι), όπως και η ροή μεγάλων πλωτών ποταμών σε μύλους προσαρμοσμένους σε δεμένα ποταμόπλοια.
Για να έχουν την επιθυμητή αλλά και σταθερή απόδοση οι όρθιοι υδροτροχοί που τοποθετούνταν πάνω από την επιφάνεια με το κάτω τμήμα τους βουτηγμένο στο νερό, έπρεπε η ποσότητά τους να είναι συνεχώς ικανοποιητική και αναγκαστικά οι τροχοί ακολουθούσαν την κοίτη. Το πρόβλημα έλλειψης μεγάλης ποσότητας νερού σε πολλά μέρη λύθηκε με την εφεύρεση της οριζόντιας τοποθετούμενης και με πολύ μικρότερη διάμετρο φτερωτής, η οποία είχε την ικανότητα να περιστρέφεται με πολύ λιγότερη ποσότητα. Με τους οριζόντιους υδροτροχούς άρχισε ουσιαστικά και η εκμετάλλευση της δυναμικής ενέργειας που παράγεται από τη υδροστατική πίεση, η οποία οφείλεται στη διαφορά στάθμης του νερού. Παράλληλα όμως χρησιμοποιείτο και η κινητική ενέργεια (η υδατόπτωση συνδυάζει και τις δύο). Οι υδροτροχοί ήταν πάντοτε τοποθετημένοι στο χαμηλότερο σημείο της διαδρομής του νερού, το οποίο εκτοξευόταν στα πτερύγιά τους σχεδόν οριζόντια. Όπου η ροή ήταν διακεκομμένη ή πολύ μικρή σε ορισμένες εποχές του χρόνου και δεν επαρκούσε, κάτω από στέρνα που μάζευε το νερό, κατασκευαζόταν χτιστός υδατόπυργος ανεστραμμένης κωνικής διατομής εσωτερικά, ο οποίος αφού γέμιζε, το νερό εκτοξευόταν από στόμιο, που βρισκόταν στο κάτω μέρος του, στη φτερωτή.
Με την πάροδο του χρόνου γενικεύτηκε η χρήση της υδραυλικής ενέργειας με την εφεύρεση πολλών σύνθετων μηχανισμών κι έτσι ο ρόλος της εξελίχθηκε σε πρωταρχικό για την τεχνολογία και την οικονομία. Η μετάδοση της κίνησης από τη φτερωτή προς το μηχανισμό που κινούσε και ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας του γινόταν με συστήματα αξόνων και γραναζιών, αν έπρεπε να παραμείνει κυκλική (π.χ. μύλοι), ή με τη βοήθεια εκκεντροφόρου (π.χ. μαντάνια), ή στροφαλοφόρου (π.χ. νεροπρίονα) άξονα, αν μετατρεπόταν σε παλινδρομική. Στην Ελλάδα ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η υδραυλική ενέργεια κινούσε μηχανισμούς μύλων (αλευρόμυλοι, μπαρουτόμυλοι, ταμπακόμυλοι), νεροπρίονων, μαντανιών, λιοτριβιών κ.ά., για άλεσμα, πριόνισμα, κρούση, τριβή και σύνθλιψη, για παραγωγή των αντίστοιχων προϊόντων.

ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΥΔΡΟΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

Στην προβιομηχανική περίοδο το βασικότερο προϊόν για τη διαβίωση του ανθρώπου ήταν το σιτάρι το οποίο μεταποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε ψωμί. Καθώς οι χειρόμυλοι δεν επαρκούσαν στο άλεσμα, η χρήση των νερόμυλων ήταν απολύτως απαραίτητη. Έτσι, μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, αναφέρονταν 6.000 νερόμυλοι σε όλη την επικράτεια. Τα κτίσματα των μύλων είναι λιθόκτιστα (συνήθως ένας ορθογώνιος χώρος με πατάρι καμιά φορά για τη διανυκτέρευση του μυλωνά). Η κατασκευή της στέγης είναι προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική με ξύλινη σκεπή σκεπασμένη με κεραμίδια ή σχιστολιθικές πλάκες. Στη μια άκρη του κτίσματος υπήρχε συνήθως ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στην άλλη περίμεναν οι πελάτες, γίνονταν οι συναλλαγές και η αποθήκευση. Ο μηχανισμός του νερόμυλου αποτελείτο από δύο μέρη: το κινητικό, που το αποτελούσαν η φτερωτή και τα εξαρτήματά της, και το αλεστικό, που περιλάμβανε τις μυλόπετρες και τα εξαρτήματα λειτουργίας.

ΝΕΡΟΤΡΙΒΗ

Είναι ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου και βαθύς. Συναρμολογείται από σφηνωμένες μεταξύ τους πλανισμένες σανίδες σε σχήμα σφήνας και δένεται περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Επειδή μοιάζει με βαρέλι, κατασκευάζεται συνήθως από βαγενά (βαρελά) και όχι από μαραγκό. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένο βαθιά στο έδαφος, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να ανοίξουν τα τοιχώματα από την πίεση του νερού. Το στενό του άνοιγμα έχει διάμετρο 0,40 μ. και το πλατύ του 2μ. Το ύψος του είναι 2μ. και έχει χωρητικότητα 5 κ.μ. νερού και 75 κ. υφαντών. Η νεροτριβή επεξεργάζεται μάλλινα υφαντά (φλοκάτες, μαλλιώτα, κάπες κλπ.). Η πτώση του νερού στον κάδο προκαλεί τη δημιουργία στροβίλων, οι οποίοι συμπαρασύρουν τα υφαντά στη δίνη τους. Με την τριβή του νερού τα υφαντά «αναμαλλιάζουν», χνουδιάζουν, γίνονται αφράτα και τα στημόνια με τα υφάδια δημιουργούν ένα σώμα (κλείνουν τα αναμεταξύ τους κενά). Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής: οι γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα. Οι προφορικές μαρτυρίες για το χρόνο της λειτουργίας των νεροτριβών στον ελληνικό χώρο φτάνουν ως τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι νεροτριβές συνέβαλαν πολύ στη βιοτεχνική άνθιση των μάλλινων υφαντών, κυρίως της φλοκάτης. Τις συναντούμε μεμονωμένες ή συγκροτήματα, συστεγασμένες με άλλα εργαστήρια, μαντάνι και σπανιότερα νερόμυλο.

ΜΑΝΤΑΝΙ

Το μαντάνι ή μπαντάνι, είναι ένα μηχάνημα από ξύλο, διαστάσεων 4Χ3Χ3 μ. περίπου, ειδικό για την επεξεργασία ενός είδους μάλλινου υφαντού, του δίμιτου. Το ύφασμα αυτό είναι κατάλληλο για ενδύματα κυρίως ορεινών χωριών. Η επεξεργασία συνίσταται στο φούσκωμα και «πήξιμο» των νημάτων του υφαντού, που προκαλείται από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα του υφαντού από ξύλινα σφυριά, τα «κοπανάρια». Πρόκειται για μια κατασκευή, η οποία κινείται με υδατόπτωση και επιτρέπει μέσω εκκεντροφόρου άξονα τη μετατροπή της περιστροφικής κίνησης της κατακόρυφης φτερωτής, ρωμαϊκού τύπου, σε παλινδρομικές κινήσεις των σφυριών. Το σημείο και η γωνία πρόσπτωσης του νερού εξαρτώνται από την ποσότητά του. Τα σφυριά, δύο ή τέσσερα, χτυπούν το υφαντό το οποίο συγχρόνως βρέχεται από το νερό, που πέφτει λίγο λίγο επάνω του. Με την κρούση παράγεται ήχος, που είναι χαρακτηριστικός στις περιοχές των μαντανιών, και συγχρόνως προκαλείται ελαφρά κίνηση του υφαντού. Οι μικρές αυτές κινήσεις και η τριβή των νημάτων μαζί με τη χαμηλή θερμότητα που αναπτύσσεται έχει σαν συνέπεια το υφαντό να γίνεται πιο κρουστό, πιο γερό, σφιχτοδεμένο στην υφή και συγχρόνως απαλό στην αφή και αδιάβροχο, κατάλληλο για τους κτηνοτρόφους.
Για την κατασκευή του μαντανιού απαιτείται ολοήμερη εργασία 2 τουλάχιστον μηνών. Κατάλληλα ξύλα ήταν αυτά που άντεχαν πολύ στην υγρασία και στα κτυπήματα. Τα ρομπαλίσια ξύλα ήταν τα πιο γερά. Ο χώρος για την εγκατάσταση του μαντανιού θεωρούνταν κατάλληλος αν είχε την ανάλογη κλίση για να δημιουργηθεί υδατόπτωση. Η δημιουργία μιας στέρνας στην κορυφή της πλαγιάς εξασφάλιζε επαρκή ποσότητα νερού και διευκόλυνε τη σύγχρονη λειτουργία 2 – 3 ή και περισσοτέρων εργαστηρίων. Όλη η τέχνη, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι τεχνίτες, ήταν στην κατάλληλη κρέμαση και στην πίεση του νερού. Μετά την κατασκευή του μαντανιού κτιζόταν το οικοδόμημα που το στέγαζε, άλλοτε μόνο του και άλλοτε με τις νεροτριβές, ή και το νερόμυλο του ίδιου ιδιοκτήτη. Ήταν συνήθως απλή κατασκευή, διαμορφωμένη έτσι, ώστε να εξυπηρετεί τον ντριστελιέρη με πάγκο για το μέτρημα των υφαντών και την εναπόθεσή τους ως την παραλαβή τους από τον πελάτη.

ΜΠΑΡΟΥΤΟΜΥΛΟΣ

Η ανακάλυψη της μπαρούτης (11ος αιώνας στην Κίνα) θα αλλάξει αποφασιστικά τη μορφή του πολέμου. Το 14ο αιώνα η χρήση της επεκτάθηκε στα πυροβόλα όπλα και η ποιότητα της βελτιώθηκε το 15ο αιώνα. Η παλαιότερη αναφορά σε υδροκίνητο μπαρουτόμυλο είναι αυτή του 1675, για τη Ναύπακτο.
Η μηχανή του μπαρουτόμυλου αποτελείται από την φτερωτή, πάνω στην οποία πέφτει με δύναμη το νερό. Η φτερωτή είναι προσαρμοσμένη στο άκρο ενός εκκεντροφόρου άξονα, ο οποίος φέρει ισχυρά ξύλινα στοιχεία που ανασηκώνουν τα κοπάνια. Όταν τα έκκεντρα του άξονα χάνουν την επαφή τους με τα κοπάνια, αυτά πέφτουν με δύναμη στα γουδιά, που βρίσκονται ακριβώς από κάτω τους, ανά πεντάδες. Στα γουδιά με το κοπάνιασμα κονιοποιούνται κατ’ αρχάς οι πρώτες ύλες (νιτρικό κάλιο, άνθρακας, θείο). Ακολουθούν η προσθήκη νερού για την αποφυγή έκρηξης από υπερθέρμανση, το συνεχές ανακάτεμα για να υγραθεί το μείγμα και η συσσωμάτωσή του (συνένωση των υλικών σε ένα μείγμα με κοπάνισμα έξι έως δέκα ωρών). Η διαδικασία αυτή δίνει ένα μείγμα σαν ζύμη η οποία στραγγίζει στον ήλιο δύο μέρες και μετατρέπεται σε στεγνό υλικό. Το υλικό αυτό κονιοποιείται με τη βοήθεια δερμάτινων κόσκινων και οι κόκκοι ξεραίνονται στον ήλιο. Ακολουθούν κοσκινίσματα για την αφαίρεση της σκόνης, ξήρανση πάλι στον ήλιο, και νέο κοσκίνισμα με λεπτό κόσκινο. Στη συνέχεια, συσκευαζόταν προσεκτικά σε ξύλινα βαρέλια και αποθηκευόταν σε στεγνό χώρο για να μην απορροφήσει υγρασία, η οποία αχρηστεύει την μπαρούτη.

ΝΕΡΟΠΡΙΟΝΟ

Το νεροπρίονο είναι ένα ξύλινο μηχάνημα, ειδικό για πριόνισμα των ξύλων – κορμών μετά το κόψιμο των δέντρων. Η κατασκευή αυτή προϋποθέτει κατάλληλη υδατόπτωση για την κίνησή της και δασική έκταση για την υλοτόμηση. Η περιστροφική κίνηση της κατακόρυφης φτερωτής και του οριζόντιου άξονα, μέσω ενός μεταλλικού στροφάλου μετατρέπεται σε παλινδρομική κατακόρυφη κίνηση του πριονιού. Σε ένα λεπτό της ώρας έκοβε ένα κορμό 2 –3 μέτρων. Ενώ ήταν σταθερή και μεγάλη σε μέγεθος εγκατάσταση δεν είχε μεγάλη διάρκεια η λειτουργία της, γιατί εξαρτιόταν από την διάρκεια της υλοτόμησης της γύρω περιοχής. Άλλωστε η μεταφορά των κορμών ήταν πολύ δύσκολη από μακριά μέσα στα δάση και έτσι έκαναν ξυλόδρομους για να τα κατεβάσουν ή τα έσπρωχναν με τσεκούρια. Αυτός ήταν ο λόγος που έγιναν πολλές εγκαταστάσεις νεροπρίονων σε πολλά μέρη συγχρόνως, αλλά και διαδοχικά. Έτσι οι προηγούμενες εγκαταστάσεις εγκαταλείπονταν και αχρηστεύονταν. Στην περίοδο 1950 – 1965 λειτούργησαν τα τελευταία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
«Ιστορία της Νεοελληνικής τεχνολογίας», Εκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Νομαρχία Αχαΐας, Πάτρα 1988.
Νομικός Σ., Η υδροκίνηση στην προβιομηχανική Ελλάδα, ΕΤΒΑ, 1997
Λούκους Λ., Νερόμυλοι: μελέτη ιστορική και λαογραφική, Εκδ. Εκδοτικό Τυπογραφείο Πατρών, Πάτρα 1985.
Budsmith H., Ενέργεια: Πηγές – Εφαρμογές – Εναλλακτικές λύσεις, Μτφρ. Μ. Α. Δρη, Εκδ. Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα 1996
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
www.geocities.com/museumofthewaterdriven_eftapita
http://culture.gr/4/42/421/42101/421018/g4210181.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: