Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Μελέτη διαχείρισης και ανάδειξης του πολιτισμικού τοπίου του όρμου του Ναβαρίνου


Σε μια εποχή ραγδαίων χωρικών αλλαγών, η αναγκαιότητα βαθύτερης κατανόησης του πολυδιάστατου χαρακτήρα του σύγχρονου τοπίου και συστηματικότερης δράσης για την προστασία και ανάδειξη της φυσιογνωμίας του, σε συνδυασμό με την προ τριετίας κύρωση από το ελληνικό κράτος της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Τοπίο (European Landscape Convention), διαμορφώνουν την απαίτηση μιας πιο ολοκληρωμένης διαχειριστικής αντιμετώπισής του. Η περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου στην Πύλο Μεσσηνίας αποτελεί ένα μοναδικής σπουδαιότητας πολιτισμικό τοπίο, το οποίο υφίσταται σημαντικές πιέσεις από τις σύγχρονες τάσεις μετασχηματισμού του χώρου. Το παρόν άρθρο (σημ. 1) έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης του τοπίου του όρμου και τη διερεύνηση της υφιστάμενης κατάστασης διατήρησής του, με σκοπό τη θεωρητική ανάλυση των δυνατοτήτων αξιοποίησης και των προοπτικών ανάδειξής του. Διαπιστώνοντας την έλλειψη μιας ενιαίας αντιμετώπισης της περιοχής μελέτης σε επίπεδο διαχειριστικού σχεδιασμού, επιχειρείται η ολοκληρωμένη προσέγγισή της ως συμπλέγματος οικολογικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών, με γνώμονα την ανάδειξη και την προβολή των εγγενών αξιών της. Βασικός στόχος του άρθρου είναι η διατύπωση μιας συνθετικής πρότασης διαχείρισης του τοπίου και ορθολογικής ανάπτυξής του, μέσω της κατάλληλης αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που αυτό παρουσιάζει.
Η περιοχή μελέτης (σημ. 2) βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Μεσσηνίας και ορίζεται στα βορειοδυτικά από το ύψωμα Κούκουρας, στα ανατολικά από την παράκτια ζώνη Πύλου-Γιάλοβας, στα νότια από τους βόρειους πρόποδες του Αγίου Νικολάου, ενώ στα δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος (εικ. 1-3). Περιλαμβάνει τον όρμο του Ναβαρίνου, στο νότιο άκρο του οποίου αναπτύσσονται η σύγχρονη κωμόπολη της Πύλου και ο λόφος του Νιόκαστρου. Σε απόσταση 6 χλμ. βορείως της Πύλου και κατά μήκος της παράλιας χερσαίας ζώνης του όρμου βρίσκεται ο σύγχρονος οικισμός της Γιάλοβας, ενώ βορειότερα του όρμου εκτείνεται η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (ή Διβάρι) (σημ. 3). Δυτικά της λιμνοθάλασσας και προς το Ιόνιο αναπτύσσεται ο μικρός ημικυκλικός όρμος της Βοϊδοκοιλιάς, ο οποίος ορίζεται στα βόρεια από το λόφο του Προφήτη Ηλία και στα νότια από τη χερσόνησο του Κορυφασίου. Η χερσόνησος του Κορυφασίου εκτείνεται νοτιότερα μέχρι το λεγόμενο «Πέρασμα της Συκιάς», που συνιστά τη βόρεια στενή είσοδο του όρμου του Ναβαρίνου από το Ιόνιο Πέλαγος. Νοτίως της εισόδου αυτής αναπτύσσεται το επίμηκες νησί της Σφακτηρίας, το οποίο προστατεύει τον όρμο από τα κύματα του Ιονίου. Ανάμεσα στο νότιο άκρο της Σφακτηρίας και τους βόρειους πρόποδες του Αγίου Νικολάου, όπου παρεμβάλλεται η νησίδα Πύλος, βρίσκεται η νότια κύρια είσοδος του όρμου. Στο εσωτερικό του όρμου βρίσκεται η νησίδα Χελωνήσι.
Την περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου, προϊόν έντονων γεωλογικών διεργασιών, χαρακτηρίζει μεγάλη ποικιλομορφία τοπίου. Ο όρμος του Ναβαρίνου, που συνιστά ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, το τοπίο των βραχονησίδων και των βραχωδών σχηματισμών, το παραθαλάσσιο τοπίο κατά μήκος του όρμου, το παράκτιο υγροτοπικό σύμπλεγμα της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας, που αποτελεί τον νοτιότερο, διεθνούς σημασίας, υγρότοπο των Βαλκανίων, και ο ορμίσκος της Βοϊδοκοιλιάς, συνθέτουν τη φυσιογνωμία του πιο αναγνωρίσιμου τοπίου της δυτικής Μεσσηνίας. Στην περιοχή απαντούν οικοσυστήματα σπουδαίας περιβαλλοντικής αξίας, καθώς και σημαντικά είδη χλωρίδας και πανίδας, εκ των οποίων κάποια αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως απειλούμενα, σπάνια ή ενδημικά. Ταυτόχρονα, η διαχρονικότητα χρήσης της περιοχής, όπως αυτή μαρτυρείται από τη διαμόρφωση του τοπίου και την πυκνότητα των μνημείων όλων των ιστορικών περιόδων, φανερώνει τη διαρκή αλληλεπίδραση ανθρώπου-φύσης.
Η ολιστική προσέγγιση του υπό μελέτη τοπίου υπαγορεύτηκε και από την ίδια τη φυσιογνωμία του, καθώς αποτελεί μια αδιάσπαστη ιστορική, οικολογική και αισθητική ενότητα. Η περιοχή, λόγω της πολυεπίπεδης αξίας της, έχει θεσμοθετηθεί ως προστατευόμενη. Ο όρμος του Ναβαρίνου είναι κηρυγμένος ιστορικός τόπος, ενώ η ευρύτερη περιοχή του έχει επιπλέον χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος και τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Τα οικοσυστήματα της λιμνοθάλασσας, η παραλία του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, ο όρμος του Ναβαρίνου και η νήσος Σφακτηρία αποτελούν ένα ενιαίο σύμπλεγμα βιοτόπων εξαιρετικής σπουδαιότητας και σημασίας για την Ελλάδα, το οποίο έχει περιληφθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000.
Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή μελέτης ανάγονται στους Παλαιολιθικούς χρόνους, ενώ στη Νεολιθική εποχή έχει διαπιστωθεί χρήση του σπηλαίου του Νέστορα, το οποίο βρίσκεται στη βορειοανατολική πλαγιά του λόφου του Παλαιοκάστρου. Στον απέναντι του σπηλαίου βόρειο βραχίονα του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς έχουν αποκαλυφθεί οικισμός Πρωτοελλαδικών χρόνων, μεσοελλαδικός τύμβος και μυκηναϊκός θολωτός τάφος. Τους αιώνες που ακολούθησαν μετά την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου της Πύλου στο λόφο του Άνω Εγκλιανού γύρω στο 1200 π.Χ., η περιοχή εμφανίζει πληθυσμιακή μείωση και περιορισμένη πολιτιστική δραστηριότητα, ενώ η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος σηματοδοτείται από την έναρξη της σπαρτιατικής κυριαρχίας στη Μεσσηνία, η οποία διαρκεί μέχρι την ίδρυση του νέου μεσσηνιακού κράτους τον 4ο αι. π.Χ. Κατά τη διάρκεια των αιώνων της σπαρτιατικής κατοχής, το οικιστικό κέντρο της περιοχής μελέτης μετατοπίζεται στον νότιο βραχίονα του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, στη χερσόνησο του Κορυφασίου, όπου αναπτύσσεται από τα κλασικά χρόνια η νέα πόλη-κράτος της Πύλου, διατηρώντας το όνομα «Πύλος ἠμαθόεις», της ομηρικής Πύλου του Εγκλιανού. Μετά την απελευθέρωση των Μεσσηνίων ειλώτων και την ίδρυση της Μεσσήνης, η Πύλος του Κορυφασίου κηρύσσεται αυτόνομη πόλη (362 π.Χ.) και ακμάζει κατά την περίοδο των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, όπως μαρτυρεί το εκτεταμένο νεκροταφείο της πόλης στα ανατολικά του λόφου του Παλαιοκάστρου, το οποίο βρισκόταν στη χερσαία έκταση που αργότερα κατακλύστηκε από τα νερά της λιμνοθάλασσας.
Στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης του Κορυφασίου χτίζεται την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Παλαιόκαστρο (1282-1289), το οποίο γνώρισε τις διαδοχικές κατακτήσεις των Βενετών και των Οθωμανών, ενώ στα χρόνια της πρώτης Τουρκοκρατίας οι Οθωμανοί, αντιλαμβανόμενοι τη στρατηγική σημασία της θέσης για τον έλεγχο των Βαλκανίων, χτίζουν και ένα δεύτερο φρούριο στο νότιο άκρο του όρμου του Ναβαρίνου, το Νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο. Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821, το Νιόκαστρο και η γύρω περιοχή περιέρχεται στους Έλληνες, ενώ το 1825, μετά τη μάχη της Σφακτηρίας, καταλαμβάνεται από τις τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις και παραμένει στην κατοχή τους μέχρι την τελευταία πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου του 1827, η οποία κατέληξε στην εκκένωση της νότιας Ελλάδας από τους Οθωμανούς και στην οριστικοποίηση των συνόρων του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Την αποχώρηση των Τουρκοαιγυπτίων διαδέχτηκε η άφιξη στην περιοχή της Πύλου, καθ’ υπόδειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος του στρατηγού Maison, το οποίο παρέμεινε μέχρι το 1833. Την περίοδο 1828-1833 θεμελιώνεται σε ρυμοτομικά σχέδια των Γάλλων μηχανικών η σύγχρονη νέα πόλη της Πύλου, της οποίας ο βασικός πολεοδομικός ιστός διατηρείται μέχρι σήμερα. Από τα τέλη του 19ου και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ανεγείρονται στη Σφακτηρία, στη βραχονησίδα Πύλος και στη νησίδα Χελωνάκι τα μνημεία των πεσόντων στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, καθώς και το ηρώο των Τριών Ναυάρχων στην ομώνυμη πλατεία της Πύλου.
Η περιοχή μελέτης συνιστά ιδανικό προορισμό, λόγω του φυσικού κάλλους, του ιδιαίτερου ιστορικού παρελθόντος και του πολιτιστικού πλούτου της. Τα τελευταία χρόνια η περιοχή υφίσταται ισχυρές πιέσεις, με κυριότερες την απρογραμμάτιστη χωροθέτηση στην παράκτια ζώνη των τουριστικών μονάδων και της παραθεριστικής κατοικίας και την ασυμβατότητα χρήσεων γης, την οποία ενισχύει η ανυπαρξία προηγούμενου ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού ανώτερου επιπέδου. Το τοπίο της ευρύτερης περιοχής μεταβάλλεται ριζικά, λόγω της χωροθέτησης των Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) στο νομό Μεσσηνίας. Οι επενδύσεις στην Πύλο και στην περιοχή του Ρωμανού εν μέρει βρίσκονται εντός των ορίων των διεθνώς προστατευόμενων οικοτόπων της Πύλου, της Γιάλοβας και της Σφακτηρίας (εικ. 4). Η χωροθέτηση της επένδυσης σε μια περιοχή σπουδαίας περιβαλλοντικής και ιστορικής αξίας επηρεάζει ουσιωδώς την οικολογική ισορροπία και την παραγωγική βάση του τόπου, καθότι επιβάλλει για πρώτη φορά συγκεκριμένες χρήσεις γης σε εκτός σχεδίου περιοχή Natura, μεταβάλλοντας το χαρακτήρα της περιοχής από γεωργικό σε τουριστικό. Παράλληλα, στην αισθητική αλλοίωση της περιοχής μελέτης συντελούν και άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται με την απόρριψη σκουπιδιών και μπάζων στις παραλίες του Διβαρίου και της Βοϊδοκοιλιάς, ενώ σημαντικές πιέσεις υφίστανται οι οικότοποι προτεραιότητας των λευκών θινών και των ενδημικών κέδρων από την παράνομη κατασκήνωση, τη διέλευση και στάθμευση τροχοφόρων και τη μαζική χρήση των ακτών για αναψυχή. Σημαντική είναι και η περιβαλλοντική πίεση που ασκείται από τα υγρά απόβλητα των μονάδων επεξεργασίας ελαιόλαδου των γειτονικών κοινοτήτων, τα οποία ρυπαίνουν το ρέμα «Ξηρολάγκαδος» που περιβάλλει τη λιμνοθάλασσα, από τον ελλιμενισμό εμπορικών πλοίων στον κόλπο του Ναβαρίνου και τη μόλυνση των ακτών με πίσσες, οι οποίες δημιουργούνται από τη συχνή εκροή πετρελαϊκών υδρογονανθράκων από διερχόμενα δεξαμενόπλοια. Επίσης, δυσμενείς παράγοντες θεωρούνται τα φαινόμενα λαθροθηρίας και λαθραλιείας και η μείωση της βιοποικιλότητας της λιμνοθάλασσας, μέσω της καταπάτησης υγροτοπικών εκτάσεων και της μετατροπής τους σε αγροτική γη, καθώς και η υπεραλίευση του κόλπου του Ναβαρίνου.
Η υφιστάμενη κατάσταση διατήρησης του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό διατήρησης των δομών και των λειτουργιών, το βαθμό φυσικότητας των οικοτόπων, τις απειλές, αλλά και τις δυνατότητες βελτίωσης και αποκατάστασης, αξιολογείται ως σχετικά ικανοποιητική. Ωστόσο, αν δεν τεθεί άμεσα σε εφαρμογή μια σαφής χωροταξική πολιτική με στόχο την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας της περιοχής, εκτιμάται ότι ο δείκτης τρωτότητας του τοπίου θα αυξηθεί, ως συνέπεια της έντασης της ανθρώπινης δραστηριότητας στο χώρο, η οποία δύναται να προκαλέσει την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και την αισθητική αλλοίωση της φυσιογνωμίας του τοπίου. Αναφορικά με την κατάσταση διατήρησης των μνημείων της περιοχής μελέτης σημειώνεται πως αυτή κρίνεται ως αρκετά ικανοποιητική, καθότι έχει διασωθεί η αρχιτεκτονική μορφή και σημαντικό ποσοστό του αυθεντικού υλικού των περισσότερων από αυτά. Τα μνημεία συνιστούν σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πολιτιστική εξέλιξη της περιοχής μελέτης, καθώς αντιπροσωπεύουν πολλές και διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Ωστόσο, η σημερινή εικόνα που παρουσιάζει η πλειονότητα των μνημειακών χώρων είναι αναντίστοιχη της σπουδαιότητάς τους, αφού δεν έχει ληφθεί μέριμνα για την ολοκληρωμένη προστασία τους και δεν έχουν πραγματοποιηθεί οι απαιτούμενες επεμβάσεις για τη διαμόρφωσή τους σε οργανωμένους επισκέψιμους αρχαιολογικούς χώρους.
Ως στρατηγικός στόχος για τη μακροπρόθεσμη διαχείριση της περιοχής μελέτης ορίζεται η προστασία και ανάδειξη του πολιτισμικού τοπίου στην κατεύθυνση της βιωματικής προσέγγισής του από τους κατοίκους και επισκέπτες της περιοχής. Για την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας του τοπίου προτείνεται η θέσπιση ζωνών προστασίας στην ήδη θεσμοθετημένη περιοχή Natura, η οποία θα αποτρέψει τη χωροθέτηση ασύμβατων χρήσεων γης. Ως αποτελεσματικός θεσμός προστασίας προτείνονται οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), στις οποίες καθορίζονται συγκεκριμένες χρήσεις γης και περιορισμοί δόμησης. Η προτεινόμενη Ζ.Ο.Ε. διαχωρίζεται σε τέσσερις επιμέρους περιοχές προστασίας: τη Ζώνη Απολύτου Προστασίας, τη Ζώνη Περιφερειακής Προστασίας, τη Ζώνη Οικοανάπτυξης Α΄ και τη Ζώνη Οικοανάπτυξης Β΄ (εικ. 5).
Στη Ζώνη Απολύτου Προστασίας επιτρέπονται μόνο χρήσεις που είναι συμβατές ή κρίνονται απαραίτητες για τις ανάγκες προστασίας της περιοχής, καθώς και χρήσεις που σχετίζονται με την ανάδειξη της προστατευόμενης έκτασης, όπως η χάραξη μονοπατιών και ποδηλατικών διαδρομών, η πραγματοποίηση επεμβάσεων αποκατάστασης των μνημειακών χώρων, η εκτέλεση έργων υποδομής μικρής κλίμακας για την επόπτευση του χώρου (π.χ. διαμόρφωση θέσεων θέασης του τοπίου, εγκατάσταση παρατηρητηρίων της ορνιθοπανίδας), την ενημέρωση του κοινού και την ενίσχυση της πληροφοριακής σήμανσης. Εντός της ζώνης απαγορεύεται κάθε είδους δόμηση, καθώς και η παραχώρηση δημοσίων εκτάσεων κατά κυριότητα και κατά χρήση. Στη Ζώνη Περιφερειακής Προστασίας, η οποία λειτουργεί ως ζώνη μετάβασης από τα αυστηρώς προστατευόμενα ευαίσθητα οικοσυστήματα στα αγροοικοσυστήματα, επιδιώκεται η διατήρηση του γενικού χαρακτήρα και της οικολογικής λειτουργίας της, επιτρέποντας μικρής κλίμακας αλλαγές, οι οποίες όμως δεν προκαλούν υποβάθμιση ή αισθητική αλλοίωση του τοπίου. Σε ό,τι αφορά την υδάτινη έκταση του όρμου του Ναβαρίνου, καθοριστικής σημασίας επεμβάσεις θεωρούνται η συστηματική υποβρύχια ερευνητική επισκόπηση για την ψηφιακή χαρτογράφηση του βυθού, η οριοθέτηση ζωνών εντός του κηρυγμένου εναλίου αρχαιολογικού χώρου και ο καθορισμός των όρων άσκησης των θαλάσσιων δραστηριοτήτων. Στις Ζώνες Οικοανάπτυξης Α΄ (περιοχή οικισμού Πύλου) (σημ. 4) και Β΄ (περιοχή οικισμού Γιάλοβας), επιδιώκεται η προστασία και ανάδειξη των ιδιαίτερων φυσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών, καθώς και η ήπια ανάπτυξη των παραγωγικών ασχολιών και δραστηριοτήτων των περιοχών, με την προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού.
Για την ολοκληρωμένη ανάδειξη των στοιχείων φυσικού κάλλους σε συνδυασμό με την αξιοποίηση και προβολή των χαρακτηριστικών που συνθέτουν την ιστορική και πολιτιστική φυσιογνωμία της περιοχής μελέτης, προτείνεται η ένταξη αυτών και η μεταξύ τους σύνδεση σε ένα ενιαίο δίκτυο περιβαλλοντικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Η κεντρική ιδέα της υποδομής συγκροτείται γύρω από την έννοια της εξακτίνωσης στο χώρο των λειτουργιών του πολυκεντρικού δικτύου, οι οποίες ερμηνεύουν ολιστικά την πολιτισμική εξέλιξη του τόπου. Ως βασικά συνθετικά στοιχεία του δικτύου αναγνωρίζονται οι διαφορετικοί τύποι τοπίων και οικοτόπων, τα μνημειακά κατάλοιπα της περιοχής μελέτης, καθώς και το πλέγμα υπαίθριων διαδρομών, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως μια εφαρμοσμένη πρακτική ερμηνείας του πολιτισμικού τοπίου, που αποσκοπεί στην εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση και αναψυχή των επισκεπτών. Το Πολυκεντρικό Περιβαλλοντικό και Πολιτιστικό Δίκτυο έχει ως βασικούς πόλους το Κέντρο Υποδοχής και Πληροφόρησης Επισκεπτών Πυλίας, το οποίο προτείνεται να χωροθετηθεί σε κεντρικό σημείο της πόλης της Πύλου, το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης και Οικοτουρισμού στη Γιάλοβα και το Υπαίθριο Μουσείο στον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς (εικ. 6). Οι κόμβοι αυτοί, λειτουργώντας συμπληρωματικά μεταξύ τους, συγκεντρώνουν και ταυτόχρονα διαχέουν τη διαθέσιμη πληροφορία και γνώση σχετικά με τα ιστορικά, οικολογικά και αισθητικά χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης. Η υποδομή αυτή ενισχύεται με επιμέρους μικρότερους πληροφοριακούς σταθμούς, πλατώματα πανοραμικής θέασης (belvedere) του τοπίου και οργανωμένους χώρους για την εξυπηρέτηση του κοινού.
Ως πρώτος πόλος του δικτύου ορίζεται το προτεινόμενο ενιαίο αρχαιολογικό πάρκο στη δυτική πλευρά του οικισμού της Πύλου, το οποίο διαμορφώνεται μέσω της ενοποίησης του Νιόκαστρου με το μεσαιωνικό Υδραγωγείο, ενώ διά της επανάχρησης του εγκαταλειμμένου κτηρίου του παλαιού νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού ως Κέντρου Υποδοχής και Πληροφόρησης Επισκεπτών Πυλίας, η περιοχή προβλέπεται να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για την περιήγηση του κοινού στην ευρύτερη περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου (εικ. 7). Τον δεύτερο πόλο του δικτύου συνιστά το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης και Οικοτουρισμού στην περιοχή του οικισμού της Γιάλοβας, το οποίο θα συμβάλει ουσιαστικά στη συστηματική περιβαλλοντική και πολιτιστική ενημέρωση, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινωνίας και του κοινού σχετικά με την ανάγκη προστασίας και ορθολογικής διαχείρισης του υγροτοπικού οικοσυστήματος της περιοχής. Για τη στέγαση του εν λόγω κέντρου προβλέπεται η αξιοποίηση των εγκαταλειμμένων βιομηχανικών κτηρίων του οικισμού της Γιάλοβας, αφού προηγηθεί η αξιολόγηση για την κήρυξή τους ως διατηρητέων. Η περιβαλλοντική, αρχαιολογική και αισθητική σπουδαιότητα του τοπίου του ορμίσκου της Βοϊδοκοιλιάς καθιστούν την περιοχή ιδανική για την ανάδειξή της σε ένα Υπαίθριο Μουσείο, το οποίο αποτελεί τον τρίτο πόλο του δικτύου. Το Υπαίθριο Μουσείο, λειτουργώντας ως ερμηνευτικό εργαλείο προσέγγισης του απώτερου παρελθόντος της περιοχής, μετατρέπει τα μνημειακά κατάλοιπα σε αναγνώσιμο και διδακτικό αρχαιολογικό χώρο.
Σε εμφανή σημεία των τριών παραπάνω κομβικών περιοχών του δικτύου θα υπάρχει αναρτημένος κατατοπιστικός χάρτης της περιοχής μελέτης, που θα απεικονίζει το προτεινόμενο δίκτυο των εννέα περιβαλλοντικών και πολιτιστικών διαδρομών (εικ. 8). Για την ενίσχυση της αντιληπτικότητας και κατανόησης της δομής του τοπίου προβλέπεται η ένταξη στο δίκτυο περιήγησης των επισκεπτών έξι αξιόλογων θέσεων πανοραμικής θέασης της περιοχής μελέτης, οι οποίες θα λειτουργούν ως σημεία ανάπαυσης και εξ αποστάσεως ενατένισης του τοπίου (εικ. 9). Το πολυκεντρικό δίκτυο του υπό μελέτη τοπίου μπορεί να αποτελέσει τμήμα ενός ευρύτερου δικτύου περιήγησης του νομού Μεσσηνίας. Σε αναρτημένους χάρτες του νομού θα παρέχεται πληροφόρηση στο κοινό σχετικά με τις δυνατότητες επίσκεψης των υπόλοιπων πολιτισμικών συνόλων της Μεσσηνίας, ενώ θα υπομνηματίζονται προτεινόμενες θεματικές διαδρομές (π.χ. δίκτυο επίσκεψης θολωτών και θαλαμοειδών μυκηναϊκών τάφων (εικ. 10), δίκτυο βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων, δίκτυο επίσκεψης κάστρων). Για τη διαμόρφωση σφαιρικής αντίληψης της πολιτισμικής εξέλιξης της Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, το κοινό θα παροτρύνεται να ξεκινήσει την περιήγησή του στο νομό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Καλαμάτας, το οποίο προσφέρει μια πλήρη παρουσίαση των αρχαιοτήτων της περιοχής από τους προϊστορικούς χρόνους έως και τη βυζαντινή εποχή.
Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό ότι η διαχείριση και ανάδειξη του σύγχρονου τοπίου συνιστά ένα δυσεπίλυτο θέμα σχεδιασμού, το οποίο επιβάλλει την εκτίμηση και μελέτη πολλαπλών παραμέτρων. Μέσα στις συνεχείς διαδικασίες μετασχηματισμού της ελληνικής υπαίθρου και της εξουθενωτικής πίεσης που ασκούν πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες διεκδικήσεις, τα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά του τοπίου είναι τα κύρια στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητά του και αναδεικνύονται σε σημάδια της συλλογικής μνήμης. Στον αντίποδα του προσανατολισμού του κρατικού χωροταξικού σχεδιασμού προς τη διεύρυνση της δικαιοδοσίας της οικοδομικής και τουριστικής βιομηχανίας εις βάρος φυσικών και πολιτισμικών πόρων, την οποία ενισχύει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, επιτρέποντας την εκτός σχεδίου δόμηση, τη δόμηση σε περιοχές Natura και σε τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, κρίνεται αναγκαίο να προωθηθεί η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του τοπίου ως κοινωνικού αγαθού και η ανάδειξη της πολυεπίπεδης αξίας του. Η περίπτωση της διαχείρισης και ανάδειξης του πολιτισμικού τοπίου του όρμου του Ναβαρίνου που επιλέχθηκε στο παρόν άρθρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που εμπίπτει στην παραπάνω προβληματική. Η διατήρηση του υφιστάμενου τοπίου ως αναντικατάστατου φυσικού και πολιτισμικού πόρου και ως πολύτιμης δεξαμενής αρχαιολογικών, ιστορικών και πολιτιστικών τεκμηρίων, απαιτεί την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας, την αναγνώριση της ποικιλότητάς του (σε επίπεδο φυσικό, μορφολογικό, λειτουργικό, ιστορικό, ιδεολογικό) και την επεξεργασία του ως συνολικού αντικειμένου, με στόχο τον ολοκληρωμένο και διεπιστημονικό σχεδιασμό των παρεμβάσεων. Η κατάκτηση μιας ενιαίας τοπιακής αντίληψης και συνείδησης σε επίπεδο βίωσης, αντιμετώπισης και σχεδιασμού, συνιστά μια σύνθετη συνθήκη, η οποία όμως κρίνεται καθοριστική για τη διαφύλαξη της γεωγραφικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας του υπό μελέτη τοπίου.

Ηρώ-Αλεξάνδρα Βαλσαμάκη
Αρχαιολόγος, MA στη Διαχείριση Μνημείων

Δεν υπάρχουν σχόλια: