Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Στη γύρα για έλεος

Από ‘‘ΕΚΕΙΝΑ  ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΤΡΟΦΕΙΑ ΣΤΗ  ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ’’
                                   
Του Θ. Κ. Μπλουγουρά
                                                                         ================
ΚΟΣΜΟΣ και κόσμος βγαλμένος στη γύρα για έλεος την κατοχή – θανατερή η ανάγκη για ένα ‘κουμμούτσι’ ψωμί, για ένα τρίμμα τυρί, για μια σταλιά λάδι, για ό,τι κι ό,τι τέλος πάντων φαγώσιμο. Για ό,τι κι ό,τι.
Δίχως ανταλλάξιμα είδη στα χέρια τους αυτοί. Φτωχοί, πάμφτωχοι. Δίχως γη, δίχως ‘ύλη’, δίχως βιος πάντα τους και δίχως άλλη τέχνη, παρά μόνο το χειρωνακτικό μεροκάματο τον καιρό προ του πολέμου, προ της κατοχής. Αποχειροβίοτοι(=από χειρών έχοντες το βίο τους). Χειρωνακτικό μεροκάματο και καθαρό κούτελο. ‘Μεροδούλι, μεροφάι’ και ‘δόξα σοι, ο Θεός’, μια χαρά η ζωή της φαμελιάς. Σχήμα λόγου το ‘μια χαρά’, αλλά και μη χειρότερα. Και να τα τώρα τα χειρότερα.
Αζήτητη τώρα η ‘τέχνη’ τους, το χειρωνακτικό μεροκάματο. Ώρες και ώρες αναμονή στο συνηθισμένο στέκι του αστικού κέντρου. Αλλά του κάκου. Του κάκου μια, του κάκου δυο, τρεις, πέντε, μια βδομάδα, δυο βδομάδες, τρεις, πλην τίποτα. Στενοχώρια, πίκρα, απελπισία, απόγνωση.
Για συνεργασία με τον κατακτητή, μουντζούρα στο κούτελο, ούτε λόγος. Άρα καταφυγή στα φιλάνθρωπα αισθήματα των ανθρώπων της υπαίθρου, του χωριού. Προτιμότερο αυτό, παρά οτιδήποτε άλλο.
Οδοιπορίες, λοιπόν. Πολλές… Από το ένα χωριό στο άλλο. Ώρες και ώρες, ημέρες και ημέρες. Συχνά και με το παιδί μαζί, το εφηβάκι. Για συντροφιά, για αποκούμπι, για παραθάρρεμα. Γειτονιά τη γειτονιά του κάθε χωριού, σπίτι το σπίτι, πόρτα την πόρτα, δεήσεις, παρακάλια:
– Ψυχικό, Χριστιανοί… Έλεος!
Δέκα, δεκαπέντε δεήσεις την ημέρα στην κάθε πόρτα. Πολλές για την αντοχή των  φιλάνθρωπων αισθημάτων του χωριού. Πάρα πολλές. Εξού και τριμοίρια το έλεος, το αγγέλισμα. Μια στάλα το καθένα, μια ιδέα. Δοκιμασία των αισθημάτων της φιλαλληλίας.       
                                                              *
ΣΥΧΝΕΣ οι διανυκτερεύσεις των οδοιπόρων αυτών στα Μηνάγια, ακραίο χωριό της πορείας τους. Τα Κάτω Μηνάγια. Πρόβλημα μέγα η στέγαση. Αντικειμενικό. Μικρά τα σπίτια, πολυμελείς οι φαμελιές, σε δύσκολη θέση ο ‘Ξένιος Δίας’:
 – Βρε κακό με τη στένεψή μας!...
Ούθε μια στάλα περσευούμενος χώρος, ένα παράσπιτο, ένα κιόσκι, μια άκρη τέλος πάντων στεγασμένη, εκεί και ένας αναγκεμένος της γύρας, βολεμένος όπως όπως, με τ’ αγγελίσματά του πλάι, σ’ ένα σακούλι μέσα, ένα δισάκι, κάτι. Ο ‘διακονιάρης’ κατά την τρέχουσα ορολογία. Ή η ‘διακονιάρα’. Μια ορολογία δίχως αρνητική φόρτιση, ειδικά τότε, κατά δύσκολα χρόνια της κατοχής, τα γεμάτα αβεβαιότητα και απρόβλεπτους κινδύνους για τον καθένα. ‘Το μέλλον αόρατον’ όνομα και πράμα τότε. Το κοντινό, όχι το απώτερο μέλλον. Το άμεσο, το επόμενο πρωί. Κι όχι απλώς ‘αόρατον’۰ θεοσκότεινο, μαύρο, πίσσα, κατράμι το ταχιά του καθενού. Ίδια η αβεβαιότητα για τους πάντες, στεγασμένους και άστεγους. Ισοπεδωτική αβεβαιότητα. Εξού και μεγάλη η συμπόνια του γνωστικού ενήλικου μπροστά στην επιπολαιότητα του άπραγου παιδιού:
– Μάνα! 
– Εε!
– Ένας διακονιάρης! 
– Σσστ! Άντρωπος του Θεού κι αυτός!
Συμπόνια της μάνας μέχρι Θεογνωσίας. Αλλά η στένεψη στένεψη.   
ΚΛΕΙΣΤΟ, ανενεργό το λιτρουβιό της Εκκλησιάς κάνα δυο χρονιές εκείνα τα χρόνια. Ανοιχτό για τους οδοιπόρους του αγγελισμού. Ξενώνας εύρημα. Ιδιαίτερα τις νύχτες του χειμώνα. Κι ένας ένας μέσα. Ένας, δυο, τρεις, πέντε, περσότεροι. Γύρω από μια φωτιά. Κωλοκαθιστοί, πλαγιαστοί, ξαπλωτοί, κατά τη βολή του ο καθένας.
Πολλή η κούραση, λίγη η κουβέντα, γρήγορο το γλάριασμα και δίχως πολλά πολλά ύπνος. Καταγής, πάνω σ’ ένα λεπτό στρώμα άχυρο, υποψία μαλακωσιάς, πλάι σε μια υποψία ζεστασιάς.
Ξάφνου φωνές μια νύχτα. Πρώτα μια αντρική φωνή:
– Ααααχ!  Ααααχ! Ααααχ!
Κοντά και μια γυναικεία, λεπτή λεπτή, κοριτσίστικη:
– Πουπούουου!
Περασμένα μεσάνυχτα, χειμώνας καιρός, κρύο, το χωριό χωμένο στα στρώματα κι ο ύπνος βαθύς. Διαπεραστικές οι φωνές, αισθητές στα κοντινά σπίτια: Σπυρομιχαλαίικα, Σωτηραίικα, Μπλουγουραίικα, Κυριαζαίικα, αυτά πρώτα πρώτα.
Απότομο ξύπνημα, ρόκα τ’ αφτί, συνεχόμενες και γρήγορες οι φωνές, γρήγορες, θρηνητικές, απελπιστικές φωνές, άμεσος ο εντοπισμός της προέλευσης: λιτρουβιό μεριά, σίγουρα κίνδυνος, και σοβαρός μάλιστα, και πάραυτα ανασήκωμα των ανθρώπων των πρώτων αυτών σπιτιών, αντρών, γυναικών, παιδιών. Των μεγάλων πρώτα. Ξεπέταμα απ’ το στρώμα και ψαχτά ψαχτά η αναζήτηση του παντελονιού και των παπουτσιών μες στα σκοτάδια, καθότι σβησμένο αποβραδίς το λυχνάρι για οικονομία και μόνο το καντήλι αναμμένο, κι εκείνο μια σταλίτσα πράμα, σαν του ψύλλου το μάτι! Ψαχτά, λοιπόν, με χέρια και πόδια για φόρια και πατούμενα και μ’ εκνευρισμό:
– Ε πού διάολο…
Άφατη(!) η χαρά με την τυχαία ανεύρεση, με λεκτική έκρηξη:
– Α σιχτίρι!
Τρομαγμένα και τα παιδιά στο διπλανό κρεβάτι ή στο διπλανό στρώμα, απότομα ξυπνημένα και διαπορεμένα με την ανακατωσούρα στα σκοτεινά:
– Μητέρα…
Ψιθυριστή προσταγή από μητέρα και πατέρα:     
– Κουλούπα εσείς! Κουλούπα!
Στα γρήγορα περασμένα και τα δυο από τον άντρα, παντελόνι και αρβύλες όπως όπως, με λυτά και περσευούμενα τα…σωβρακόσκοινα, και ίσια στην πόρτα σίφουνας με μια μαντύα πρόχειρα ριγμένη πάνω του και με τα δάχτυλα γρήγορη χτένα στα αχτένιστα μαλλιά. Με το βρόντο άνοιγμα κλείσιμο της πόρτας και με προσταγή στη γυναίκα:
– Κι εσύ κοντά μου! Με το φανάρι! 
– Τι χαϊμό να ’ν’ τούτο αποσπερού;!
– Κάνας παλιάθρωπος, τι άλλο…
– Τι παλιάθρωπος;
– Να… Σε κείνο το κορίτσι… Κάνας πρόστυχος…
                                                              *
ΑΡΓΑ το βράδυ φτασμένοι στο χωριό για έλεος, γι’ αγγέλισμα, οδοιπορώντας, πατέρας και θυγατέρα. Με το σούρουπο. Ύστερα από ώρες και ώρες, ύστερα από στράτες και στράτες. Από τα χωριά της Κορώνης. Απρόσφορη ώρα για δεήσεις και παρακάλια πόρτα την πόρτα. Και για τους ίδιους με τα εξαντλημένα ανάκαρα και για τους χωριανούς με την όλο τσαντίλα βραδινή επιστροφή – ζα, μαρτίνια, κότες, χοιρινά, γόνα ο εκνευρισμός για δαύτα, για την ασφάλισή τους τη νύχτα. Συν και το...προσκλητήριο για τα παιδιά τους, σκόρπια εδώ κι εκεί κατά την απουσία τους.
    Απρόσφορη, λοιπόν, η ώρα για τέτοια. Ωστόσο, κρούση σε κάνα δυο σπίτια. Αλλά… ‘τέτοια ώρα, τέτοια λόγια’… Υπόδειξη για ευθετότερο χρόνο:
– Το πρωί, όχι τώρα! Το πρωί!
Στροφή για τον… ξενώνα. Λιτρουβιό. Το πρωί με το καλό.
                                                              *
ΠΙΣΩ τους αφημένη η εικόνα τους. Για το προσεχτικό μάτι μεγάλη η διαφορά, χτυπητή η αντίθεση. Ο πατέρας γερασμένος πρόωρα, φανερό αυτό. Βασανισμένος πολύ, κι αυτό φανερό. Η κόρη, μάλλον στην πρώτη εφηβεία της. Αλλά σχηματισμέ-νη. Και μάλιστα ζηλευτά σχηματισμένη. Ολοφάνερο αυτό μες στ’ απολειφάδια φόρια της και στ’ αδαμιαία πατούμενα. Φτώχεια, ξεφτώχεια, το σκαρί, σκαρί! Χτυπητό στοιχείο το πρόσωπο φεγγάρι – ούτε φακίδες ούτε τίποτα! – και πλαίσιο δυο υπόξανθες πλεξίδες στο κεφάλι  δεμένες στην κορφή με φευγάτες κάτι τούφες εδώ κι εκεί. Αλλά το ύφος ταπεινό. Όχι αυτό της μετριοφροσύνης. Το άλλο, της ντροπής, της προσβολής. Και πώς να μη άλλωστε; Πώς να μη, το κορίτσι το βγαλμένο άρον άρον από τα όνειρα της ηλικίας του και στρωμένο άρον άρον στην οδοιπορία του αγγελισμού; Πώς να μη, το απαπαρμένο και το μαλωμένο άγνωστο πόσες φορές στην οδοιπορία της γύρας, του αναγκεμού;   
                                                              *
ΣΙΓΟΥΡΟΙ και παρασίγουροι οι πρώτοι ξεσηκωμένοι για τα αίτια της νυχτερινής ανακατωσούρας στο λιτρουβιό με φωνές και τσιριξιές. Κάποιος από δαύτους… Από τους τυχόν άλλους εκεί μέσα. Κάνας ‘παλιάθρωπος… ανήθικος…πρόστυχος’. Νύχτα, σκοτάδι, πειρασμός ένα κορίτσι ξάπλα ανάμεσά τους – όσοι τυχόν εκείνη τη νύχτα εκεί μέσα… Και τέτοιο κορίτσι; Χμ… Σίγουρα τέτοια υπόθεση.
Αναστατωμένες και οι γυναίκες τους:
– Ιιιι, φουρτούνα του το κακόμοιρο!
– Ιιιι, το δύστυχο το αδύνατο! 
– Ιιιι, σουβή του κι αρπαή του το έρμο!
Και για τη μεταχείριση του ‘παλιαθρώπου’; Εισαγγελέας η καθεμία:
– Τέτοιοι αντρώποι; Σκότωμα!
Και ο άντρας βγαίνοντας βιαστικά βιαστικά:
– Ο Κερατάς!
Ξοπίσω η γυναίκα επιμένοντας:
– Σκότωμα πιτόπου κει χάμ’! 
                                                              *
ΣΕ ΛΙΓΑ λεπτά να τοι οι πρώτοι πρώτοι ξεπεταμένοι στου Σπύρου την αριά σαστισμένοι, απορεμένοι και πιθανολογώντας:
– Κάνας μακρυχέρης…
– Στο κορίτσι σίγουρα, τι άλλο…
– Ναι, ναι, κάποιος πρόστυχος…
Κι έτοιμοι, πανέτοιμοι, παίρνοντας τη μικρή ανηφόρα, μπρος στη μεγάλη σιδερένια πόρτα του αυλόγυρου της Εκκλησίας, ανηφόρα του δρόμου προς το λιτρουβιό, πανέτοιμοι, ναι, για τη… σχετική περιποίηση του ‘μακρυχέρη’, ανασηκώνοντας τα μανίκια και σχηματίζοντας τις μπουνιές. Και με το νου βρισιές μαζί με δυνατές σβουριχτές:
– Παλιάθρωπε, να μία!
– Γαϊδούρι, να  μία!
– Παλιοτόμαρο, να μια κλοτσιά!
Σε ειδικό σημείο με το νου η κλοτσιά: ‘στ’ αχαμνά, κερατά!’. Και με το ανάλογο λεκτικό:
– Ννννά! Ξαναμάτα, ρε; Σσσστο διάβολο, πούστη, κερατά, μπινέ!
Όλα αυτά με το νου τους και στο τσάκα τσάκα, και ξοπίσω οι γυναίκες τους με φανάρια, σκούζοντας του χαϊμού και ξεπετώντας άρον άρον όλο το χωριό!
                                                              *
ΘΡΗΝΟΣ στη ρίζα της ελιάς, πλάι στου λιτρουβιού την πόρτα. Ένα σπαραξικάρδιο μοιρολόι του κοριτσιού:
 – Πατερούλη μουουου! Αααχ, πατερούλη μουου! Η έρμη εγώ… 
Μοιρολόι του πόνο, δίχως υστερικές κραυγές και σπαστικά τρεχαλητά εδώ κι εκεί. Του πόνου. Η φωνή στο φυσικό της, το αναφιλητό σπλαγχνοταραγμός, το κλάμα αληθινό, των δακρύων. Και επίκληση της ‘μανούλας’ της – «Αχ, μανούλα μουου!» – εκείνη η επίκληση και καταφυγή και αναζήτηση βοήθειας και παρηγοριάς την ώρα της απόγνωσης. «Μανούλα μου! Αχ, μανούλα μου!» Πόνος, όχι ψάεματα.
Οδηγός των χωριανών μες στη μαύρη νύχτα το σιγανό μοιρολόι. Ψαχτά ψαχτά και δύσκολα τρυπώντας τα μάτια το πηχτό σκοτάδι. Και να μπροστά τους, σχεδόν ακουμπητά, σουγιάς διπλωμένο το κορίτσι στη ρίζα της ελιάς. Και μια μυρωδιά στα ρουθούνια, πολύ περίεργη.
– Βρε κορίτσι…
Θρηνητικό επιφώνημα αντί απόκρισης:
– Αχούουου!
Ο νους τους καρφωμένος στην αρχική υποψία, στον ‘πρόστυχο’, στον ‘κερατά’.
– Ποιος, βρε κορίτσι; Ποιος κερ…
– Αχούου, ο πατέρας μου!...
Ταμπλάς! Ταμπλάς, κοτρόνα, κεραμίδα τους, παρά λίγο σέκος αυτοί οι πρώτοι πρώτοι χωριανοί. Απανωτοί οι ανερωτημοί συναμετάξυ τους:
– Τιιιι;!
– Ποιοοοος;!
– Πώωως;!
Ξέσπασμα του ενού κατά τη μεριά των γυναικών, όλο μπλα μπλα μπλα αυτές, αργοβαδίζοντας και μένοντας πίσω:
– Βρε γυναίκες!
– Εεε!
– Γλήγορα ένα φανάρι εδώ! Α’ διάολο κι εσείς! 
Ταυτόχρονα ερώτηση όλο ξάφνιασμα των άλλων στο κορίτσι:
– Ο πα-τέεε-ρας σου;!...
Ακούνητο το κορίτσι, πιο ταραγμένο τώρα το αναφιλητό του, το χέρι του μόνο απλωμένο κατά την πίσω μεριά της ελιάς, δείχνοντας και ταυτόχρονα απαντώντας:
– Ναι, ο πατέρας μου, αχούού!
Να και το φανάρι. Και όλα τα φανάρια. Ορατά πλέον τα πάντα.
                                                              *  
ΦΡΙΚΗ στην πίσω μεριά της ελιάς. Θεριακλού ελιά αυτή, ο κορμός της πολύ χοντρός, ενισχυμένος και με τούφες κλωνορίζια, ελιά μάλλον σωσμένη από τη λαίλαπα του Ιμπραήμ, με ‘πίσω μεριά’, με ‘μπρος μεριά’, με ‘πλάι δεξιά μεριά’, με ‘πλάι αριστερά’, άλλο πράμα!
Φρίκη, λοιπόν, στην πίσω μεριά της ελιάς. Εξού και συναισθηματικές εκρήξεις ανατριχίλας και αποτροπιασμού – επικλήσεις στα θεία για στύλωμα της ψυχής μπροστά σ’ εκείνο το θέαμα:
– Θεούλη μου!
– Παναγία μου! 
– Χριστέ μου! 
Οι γυναίκες; Με τα χίλια ζόρια στεκάμενες στα πόδια τους, ακουμπημένες στη μάντρα της Εκκλησιάς και ξερνοβολώντας αβέρτα.
Κουβάρι ο πατέρας του κοριτσιού. Κουβάρι κουφάρι. Καμένος, ψημένος. Ψιλοφλογίτσες ακόμα τόπους τόπους, καίγοντας τ’ απομεινάρια φόρια και τη σάρκα – εξού και η περίεργη μυρωδιά.
Στα γρήγορα και όπως όπως μια πρώτη ανανόηση/ανασυγκρότηση/αναδιοργάνωση απ’ την πρώτη σάστιση κι ανάκτηση της ψυχραιμίας, ζητώντας όλοι το ίδιο:
– Νερό!
– Νερό!
– Νερό! 
Πού νερό εκείνη την ώρα:! Ούτε βρύση ούτε αυλάκι εκεί κοντά. Μόνο το μεινεμένο σε βίκες και κανάτια από τη βραδινή χρήση. Λιγοστό πράμα. Και ανάγκη για πολύ νερό εκείνη την ώρα. Κουβάδες, μπουγέλα, μπιντόνες! Στενοχώρια, κουβέντες, βλαστήμιες – «Α διάολο Μηνααίοι με τα Κεφαλόβρυσα, πού ’ν’ το τώρα στην ανάγκη το νερό, βρε!» τέτοια και χειρότερα τα λόγια τους την ώρα της πίεσης – προσπάθειες κατάσβεσης όπως όπως με ένα κανάτι φερμένο χερχέρα, κι εκείνο μισογεμάτο, φωνές, βαβούρα, κακό, και ξάφνου μια υπόδειξη:
– Από τη λίμνα του άλλου λιτρουβιού αποκάτου! 
Γόνα το αυτοφασκέλωμα από όλους και με τις δυο παλάμες ολάνοιχτές:
– Να! Ο ένας.
– Τι μυαλό τόση ώρα! Να! Ο άλλος.
– Μαθές, το μαγκούφι! Να! Ο τρίτος.
– Δυο πηδουκλιές απόσταση! Να! Ο τέταρτος.
Πράγματι ‘δυο πηδουκλιές’ η απόσταση, αλλά το ‘μαγκούφι’ (ενν. το μυαλό) τέρμα τέρμα το έρμο μπλοκαρισμένο κάτι σοκ ή sos στιγμές. Έτσι και τότε: μπλοκάρισμα από τα… μπλοκαρίσματα – τέτοιο σοκ!
Στο πι και φι, λοιπόν, μπουγέλα και μπιντόνες στα χέρια και τρεχάλες και πηδήματα στην από κάτω λίμνα, χέρι το χέρι το κουβάλημα, τρία, πέντε καταβρέγματα, έξι, εφτά, λούτσα το κουφάρι!   Ούτε ιδέα ζωντανής φλόγας πουθενά. Μόνο κάτι οσμές στα ρουθούνια. Μία από σβησμένα απολειφάδια φόρια κι άλλη μία απ’ την καμένη, την ψημένη σάρκα.
                                                              *
ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ η θέα στο φως των φαναριών. Θέα τρόμου μπρος στα μάτια πλήθους χωριανών, αντρών και γυναικών, ξεπεταμένων άρον άρον από τη φασαρία, το πιο πολύ από τα σουβιάσματα των γυναικών:
– Μωρήηη, τι κακό και τούτο αποσπερού!!!
– Ναι μαθές, μωρήηη, τι σουβή, τι συφορά!!!
Με τέτοιους ολοφυρμούς μες στη νύχτα; Τέρμα ο ύπνος. Όλοι στο πόδι και τρεχάλα κατά το λιτρουβιό, στο σημείο του κακού.
Μισομπρούμυτα το κουφάρι μπροστά τους. Διπλωμένο στα δύο. Τα δυο χέρια ορθές γωνίες πλαίσιο γύρω στο πρόσωπο. Ανοιχτές παλάμες, καρβουνιασμένα δάχτυλα, μισάνοιχτο στόμα, καμένα χείλια, μαυρισμένα δόντια… Μάγουλα, κούτελο όλο συσπάσεις με καψιματιές εδώ κι εκεί. Το όλον, αποτύπωση της ύστατης αγωνίας όλο πόνο, οργή: «Γιατίιι, γιατίιι, γιατίιι!!!» Τέτοια αποτύπωση.
Το λοιπό κορμί κουβάρι. Τα πόδια του κοκαλωμένα σε στάση γονυκλισίας, μηροί και κνήμες σχεδόν ενωμένα. Άραγε για δέηση εκείνη η γονυκλισία; Ή γονάτισμα κατάρρευσης; Δέηση την ύστατη στιγμή: «Θεούλη μου, το έλεός Σου»; Ή γονάτισμα ως «ουκ έχων τον βοηθούντα»;
Μαυρισμένη, καψαλισμένη, ψημένη η σάρκα του. Μεριές μεριές μονάχα απείραχτη. Και κόκαλα μεριές μεριές, λιωμένο εκεί το δέρμα, φαγωματιές φωτιάς.
Φρίκη δηλαδή. Φρίκη… Φρίκη… Φρίκη…
                                                              *
ΒΡΟΧΗ οι ερωτήσεις για τα καθέκαστα του κακού, γιατί και πώς και πού και πότε – τούτο, κείνο, το ’να, τ’ άλλο, το παράλλο… Βροχή οι ερωτήσεις.
Απαντήσεις ανάμεσα σε λυγμούς, δάκρυα κι αναφιλητά. Μόνοι οι δυο τους στον ξενώνα λιτρουβιό. Φωτιά μικρή, φωτίτσα, για μια ζεστασιά. Τη μια μεριά της θράκας ο πατέρας της, την άλλη αυτή. Γερτοί στο πλευρό τους, πάνω σε μια αχυρένια, από προηγούμενη χρήση, μαλακωσιά. Προηγούμενη, παραπροηγούμενη και παραπαραπροηγούμενη. Πατηκωμένη από άλλους και άλλους και άλλους χρήστες, άγνωστο πόσους. Γερτοί πλάι στη φωτιά, φωτίτσα. Πότε στο ’να πλευρό, πότε στ’ άλλο για μια υποψία ζεστασιάς κι από τις δυο μεριές. Και δίχως πολλά πολλά, ύπνος. Βαθύς. Δυο ώρες; Τρεις; Παραπάνω; Ξάφνου αρβάλα, φασαρία, θόρυβος στον ύπνο της. Σαν σε όνειρο αρχή αρχή… Ύστερα χτυπιές, ταραχή, φωνές… Απότομο ξύπνημα, μισάνοιχτα μάτια, η αντίληψη θολή μες στο σκοτάδι, αλλά κάτι σαν πάλη κατά τη μεριά του πατέρα. Κοπανησιές με χέρια, με πόδια, φωνές, η φωνή του καλώντας τη με το όνομά της, γούρλα τα μάτια της, ένα κάποιο ξαστέρωμα και…λαμπάδα ο πατέρας της! Φαπ, φαπ, φαπ οι φλόγες στα σκουτιά του, φωτιά από τ’ άχυρα, καπνοί, πνιγμός, σάστιση, κοψοχόλιασμα, λαχτάριασμα:
– Πατέρα;! Πατερούλη;!
– Βόηθα, κορίτσι μου!
Ολόρθο αμέσως το κορίτσι, ολοπρόθυμο, ναι, αλλά τι βοήθεια, με τι, πώς; Δυο τρία ξαμώματα με τα χέρια, αλλά του κάκου. Φωνή ο πατέρας: «Αααχ! Αααχ! Αααχ!», δυο τρεις χτυπιές ακόμα επιτόπου και ίσια στην πόρτα ο δύστυχος, στο δρόμο, έξω.
Χειρότερα έξω. Θερία οι φλόγες στον αέρα! Ολόκληρος μια λαμπάδα κινούμενη εδώ κι εκεί, φωνάζοντας σπαραχτικά: «Αααααχ! Αααααχ! Αααααχ!», φωνές και το κορίτσι: «Πουπούου! Πουπούου! Πουπούου!» – οι φωνές της βίαιης αφύπνισης των  κοντινότερων χωριανών – λύγισμα του λαμπαδιασμένου κορμιού, ξεπνό(γ)ιασμα της φωνής, κύλημα καταγής, δυο τρία ακόμα σπαρταρήματα, κι εκείνα μισοζώντανα, πρόσκρουση στη ρίζα της ελιάς και…τέρμα. Καμιά αντίδραση, καμιά αντίσταση, καμιά κίνηση, κανένα σείσμα. Ούτε φωνή ούτε πνοή, τίποτα. Ασαλεψιά θανάτου. Ανενόχλητες οι φλόγες στο μακάβριο έργο τους, κατατρώγοντάς τον με βουλιμία…
Σκυφτό το κορίτσι πάνω του τρομαγμένο:
– Πατέρα;! Πατερούλη;! Πατέρα;!
Του κάκου. Άχνα. Τέλος. Τέρμα. Τέρμα ο πατέρας. Κραυγή οδύνης, φόβου, μοναξιάς, εγκατάλειψης:
– Αχούουου,  η ερμούλα εγώωω, πατερούλη μουουου!
Σώριασμά της στη ρίζα της ελιάς την άλλη μπάντα. Πλάι στο καιόμενο λείψανο του πατέρα της. Μόνη, μικρή, άπραγη, σε ξένο μέρος, ξένη κι άγνωστη, μες στη νύχτα, ξαφνικά τόσο δύστυχα ορφανεμένη, σκιαγμένη, με την ψυχή στο στόμα από τον τρόμο πλάι στα μνήματα της Εκκλησιάς, ίσον…σαλεμός το πράμα. Σαλεμός του νου. Και καταφυγή της έρμης για πολλοστή φορά στην παγκόσμια δέηση παρηγοριάς:
– Μανούλα μουου! Αχ, μανούλα μουου!
                                                              *
ΑΝΑΣΤΑΤΟΙ οι χωριανοί. Άνω κάτω όλοι, ‘μασώντας τα σίδερα’. Αφενός για το γεγονός:
– Βρε κακό!...
– Βρε συφορά!...
– Βρε οργή Θεού!...
Αφετέρου για τον άνθρωπο αυτόν μπροστά τους:
– Βρε τον έρμο!...
– Βρε τον ταλαίπωρο!...
– Βρε το δύστυχο!...
Τρίτον για τα αίτια:
– Ανάθεμα τη φτώχεια!...
– Ανάθεμα τον πόλεμο!...
– Ανάθεμα την κατοχή!...
– Ανάθεμα τους Ιταλούς!...
– Ανάθεμα τους Γερμανούς!...
– Ανάθεμα το κεφάλι τους!...
Και συνειρμική διεργασία με αφορμή τη λέξη ‘κεφάλι’ του προηγούμενου:
 – Το κεφάλαιο!...
– Η πλουτοκρατία!...
– Οι κλέφτες!...
– Οι εκματαλλευτές!...
– Οι μαυραγορίτες!...
                                                              *
ΤΟ κορίτσι τρεμάμενο μπροστά τους. Τούρτουρο και κακό. Κάτι το σοκ, κάτι το κρύο – χειμώνας καιρός 1941-1942 – κάτι το ντύσιμό του, τσαρτσάφια της κακιάς ώρας, και το τρέμουλό του άλλο πράμα! Κεφάλι, στόμα, κορμί, χέρια, πόδια, όλα τους σε ένα ασταμάτητο ταρακουνητό. Τρέμουλο από την κορφή ως τα νύχια!
Ανάερη μετακίνηση χοντρής μάλλινης μπελερίνας από γυναικεία πλάτη στη δική του κι ένα χέρι όλο συμπόνια απλωμένο πάνω του, πιάνοντάς το απ’ τη μέση κι ανασηκώνοντάς το αγάλια αγάλια:
– Παιδάκι μου… Σε καλό σου… Τέτοιο τρέμουλο;!
Και ο συμβίος της εκεινής:
– Α’ σπίτι, Θανάσω, με το κορίτσι. Α’ μπράβο!
Κι εκείνη, μουρμουρίζοντας και όντας ήδη ξεκινημένη:
 – Σένα περίμενα ’γω! Χμ!
                                                              *
ΞΥΠΝΙΟ το πολύ χωριό ίσαμε την αυγή. Από το σοκ. Στο μαγαζί, άρον άρον ανοιγμένο νύχτα νύχτα μες στη γενική αναταραχή. Όσοι αργοξυπνημένοι, ένας ένας ίσια στο λιτρουβιό από περιέργεια. Όσοι θαρραλέοι δηλαδή. Οι άλλοι όχι. Παρά τις παροτρύνσεις των ‘γενναίων’:
– Πάμ’ μαζί, ρε! 
– Τι λε, ρε!
– Σκιαζούρη! Ε, σκιαζούρη!
Θλιβερή επιστροφή μερικών ‘γενναίων’. Κίτρινα πρόσωπα, εμετοί, επιφωνήματα σταυροκοπήματα, δεήσεις και τα ρέστα. Η στιγμή των ‘σκιαζούρηδων’ τώρα. Όλο πειράγματα τώρα αυτοί, οιονεί ‘παίρνοντας το αίμα τους πίσω’:
– Για τρα τους (τήρα τους), για τρα τους, ρε, κάτι παλικάρια της φακής!!!
Ψύχραιμοι οι άλλοι, οι περσότεροι. Και συνοφρυωμένοι αναλυτές/ανατόμοι της κοινωνίας και των προβλημάτων της, εντάσσοντας μέσα σ’ αυτά και την περίπτωση:
– Η ρουφιάνα η κοινωνία… 
– Βεβαίως…με τις αδικίες της…
– Αδικίες…ανισότητες…
– Ανισότητες, ναι…
– Μη οι ανισότητες, ούτε πολέμοι ούτε φτωχοί ούτε τίποτα… 
– Μάλιστα. Ούτε φτωχοί.
– Ούτε ζητιανιές.
– Ούτε τούτη η συφορά αποσπερού.
– Ούτε, ναι.
Γνωματίσματα κοφτά, τελεσίδικα, μη επιδεχόμενα ένσταση. Τέρμα.  
                                                              *
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ το πρωί, ανακρίσεις, νεκροψία, πόρισμα: ‘Ατύχημα’. Παπάς, νεκρώσιμη ακολουθία, ταφή στα ‘Σκίνα’ – ‘Σκίνα’ το όνομα του νεκροταφείου. Για  τους πολλούς σχετικούς θάμνους μέσα και τριγύρω. Ξεκινημένη ως αστείο η ονομασία από τον πατέρα του δάσκαλου γέρο Χαράλαμπο Γέμελο, αλλά στο τέλος τέλος καθιέρωσή της στην καθημερινή ομιλία. Και με κεφαλαίο αρχικό ως τοπωνύμιο πλέον, ‘Σκίνα’. Πάγια λαϊκή επωδός για κάθε μακαρίτη.   
– Στα Σκίνα κι αυτός!
Ή:
– Τώωρα αυτός;!
– Τι;
– Στα Σκίνα!
Έτσι και με τον… ‘τυχερό’ του ‘ατυχήματος’:
– Στα Σκίνα!
Το κορίτσι την επομένη ή τη μεθεπομένη προωθήθηκε με ειδικό συνοδό/σύνδεσμο της Οργάνωσης του ΕΑΜ στο χωριό της, στο σπίτι της.
                                                              *
ΗΜΕΡΕΣ, εβδομάδες, μήνες, χρόνια χαραγμένο το κακό στη μνήμη του χωριού. Συχνή η αναδρομή στα καθέκαστα της υπόθεσης. Τούτο, κείνο, τ’ άλλο, έτσι, αλλιώς, αλλιώτικα – πλήθος  οι εκδοχές με το πέρασμα του χρόνου. Και οι παραλλαγές. Ποιοι οι πρώτοι προστρέξαντες, ποιοι δεύτεροι, ποιοι τρίτοι. Οι φωνές, η αρβάλα, το τρεχαλητό και οι κραυγές του πόνου.
Θέμα συζητήσεως αυτά συχνά πυκνά, ιδιαίτερα τα βράδια. Στο μαγαζί, στα στέκια, στα νυχτέρια. Κι από τα νυχτέρια σάλτο της νυχτερινής φαντασίας στα νυχτερινά  ξαδέρφια της τα φαντάσματα. Σάλτο μαθές και να οι θρύλοι: δρώμενα και ακουόμενα τάχα κάθε νύχτα στο λιτρουβιό της Εκκλησιάς. Τάλε κουάλε εκείνα τότε.
Απορία, φόβος, έκρηξη στην ομήγυρη:
– Τιιι;!
– Αυτό, ναι.
– Φωνές;! 
– Ακριβώς σαν τότε: ‘Αααχ!’, ‘Πουπού!’
– Λοιπόν, λοιπόν;
– Τι ‘λοιπόν’; Ε, αυτό. Περασμένα μεσάνυχτα μία με δύο. 
– Κραυγές; 
– Και το πιλαλητό τάπα-τάπα-τάπα-τάπα-τάπα.
– Χριστός και Παναγία!
Κομμένο το πέρασμα από κει τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Όχι για όλους. Για τους  ‘σκιαζούρηδε’. Και για τους ‘‘γενναίους’’ εντός εισαγωγικών. Τυχόν ανάγκη για μεταμεσονύκτιο πέρασμα από κει; Αναβολή δρομολογίου. Αύριο πρωί με το καλό. Ή αλλαγή δρόμου. Για τους ερχόμενους από δυτικά; Φράμα, Τζαφέρια, Κοκκινάλωνο, χωριό. Για τους ερχόμενους από ανατολικά; Από τον κάτω δρόμο, μύλο Λαμπραίων, βρύση, χωριό. Τα πρώτα χρόνια αυτό.
Για τα παιδιά όμως διαρκέστερος ο φόβος. Ως την πρώτη εφηβεία τους σχεδόν. Κι ακόμα πέρα. Λ. χ.
– Άει, Θοδωράκη, να κλεήσ’ς το κοτέτσι στα Πουρνάρια!
– Πριτς!    
– Γιατί;
– Ο ‘καημένος’ κει χάμ’…
– Άει, μωρέ, δεν  είναι τίποτα!
– Όχι να!
                                                            ***                                                   


Δεν υπάρχουν σχόλια: