Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

«Εντός το…βράδυ»

Εκείνα τα χρόνια
Τροφεία στη γενέτειρα                            
«Εντός το…βράδυ»
Του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά
                                             ===========
ΧΡΟΝΟ και παραπάνω τώρα (σ.σ: από καλοκαίρι 1939 έως καλοκαίρι 1940) όλο κάτι περίεργα νέα τα βράδια στα δυο μαγαζιά του χωριού, Λαμπράκου και Κυριαζόπουλου. Πόλεμος δηλαδή κάπου μακριά και κάθε τόσο καινούργιο μέτωπο. Κι όλο νέα βασίλεια-κράτη στο χορό. Πρώτο και καλύτερο και δυνατότερο η Γερμανία. Κι απόκοντα η Ιταλία. Κι απέναντί τους, εχθρικά, όλα τα άλλα της Ευρώπης, της κεντρικής, της βόρειας και της δυτικής Ευρώπης – ένα ένα όλα αυτά ηττημένα, υπόδουλα. Μικρά, μεγάλα, όλα. Όλα, πλην ενός, της Αγγλίας.
Συλλόγιση κάθε βράδυ στα μαγαζιά. Συλλόγιση, συνοφρύωση, βαρυθυμιά. Μήνα το μήνα όλο και μεγαλύτερη, όλο και μεγαλύτερη. Παρά την αισιοδοξία ορισμένων, τοποθετημένων εκ προοιμίου υπέρ της Αγγλίας.
– Η Αγγλία; Με τόσες αποικίες; Δεν… ’πο κείνο!
Ίσον άτρωτη δηλαδή η Αγγλία. ‘Δεν… ’πο κείνο’ ίσον ανίκητη. Και ‘δεν… ’πο κείνο’ λόγω των αποικιών. Αμέτρητος  κόσμος, τεράστια αποθέματα!
– Κατομμύρια κεφάλια, ρε! Και δισικατομμύρια λεφτά!
Προσεπικύρωση της αγγλόφιλης αισιοδοξίας με αναδρομή στο παρελθόν, στον πόλεμο της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων.
– Την πατήσανε, ρε, οι Γερμανοί και τότε!
Αντίλογος του σκεπτικισμού:
– Άλλο τότε, άλλο τώρα…
– Τι ‘άλλο’… Πόλεμος τότε, πόλεμος και τώρα…
Κίνηση των κεφαλιών από την άλλη μεριά πάνω κάτω αργά αργά όλο απαισιοδοξία.  Αργά αργά κατά την έννοια:  π α ρ η γ ο ρ ι έ ς…
 Καντάρια το λοιπόν κάθε βράδυ στα μαγαζιά η βαρυθυμιά. Το ’να κοντά στ’ άλλο τ’ άσκημα νέα κάθε μέρα κι όλο ασκημότερα τα συμπεράσματα και τα κακομελετήματα:
– Όλο και κατά μας, όλο και κατά μας το κακό…
– Μαθές… Σε ούλους τους πολέμους μέσα εμείς…
– Αλίμονός μας!
Ίσαμε το Δεκαπενταύγουστο εκείνης της χρονιάς όλο τέτοιες οι κουβέντες τους στα μαγαζιά κάθε βράδυ.
                                                              *
ΑΠΟΔΙΑΒΑ της Παναγίας, δεύτερη ή τρίτη μέρα, κατήφεια στο χωριό. Μαύρα, κατάμαυρα νέα και πολύ ανήσυχος ο κόσμος, βαριά η ατμόσφαιρα:
– Σοβαρά;!
– Σοβαρότατα!
– Τορπιλισμός;
– Εκατό τοις εκατό!
– Από ποιους;
– Άγνωστο.
–  Κρίμας…Το καλύτερο πολεμικό μας!
– Το «ΕΛΛΗ»; Πρώτης!
– Τώρα;;;!!!
Ανασήκωμα των ώμων, σύσπαση των χειλιών, έκφραση αβεβαιότητας, αγωνίας, φόβου. Και το άλλο βράδυ τα ίδια και χειρότερα. Και το άλλο βράδυ. Και το άλλο. Και συνέχεια. Κακά τα προμαντέματα, κακά και μαύρα. Απόκοντα και οι γυναίκες, ανήσυχες κι αυτές, πολύ ανήσυχες:
– Ετούτοι οι άντρες, Παναΐα μου…
– Ναι, μωρή!... Ούλο μπουρ μπουρ μπουρ για κείνο το βαπόρι!
– Ούλο το χρόνο για Γιορμανία, για Ιταλία, για Οβρώπη… τώρα το βαπόρι… Χριστούλη μου, πλια…
– Μμμμ! Κακομοίρες, κακομοίρες ούλες μας…Βγει καμιά Αραπιά από φτου τη Μοθώνη.. Συφορά μας μαύρη…
– Ιιιι! Σουβή μας κι αρπαή μας, ερμούλεεες…
Κατάλοιπο της Αραπιάς του Ιμπραήμ αυτός ο φόβος, από τα χρόνια της επανάστασης, και σε κάθε επαπειλούμενο πόλεμο, εκεί νους: «Βγει καμιά Αραπιά από φτου τη Μοθώνη…»
                                                              *
ΣΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ επάνω αστυνομία στο χωριό, ένα πρωί. Σήμα από το Ζεγκίνη, το σκυλί – ένα θερίο πράμα – του πρώτου πρώτου σπιτιού στο έμπα του χωριού αριστερά. Βραχνή φωνή καμπάνα εκείνη του Ζεγκίνη. Με όλο τον κόσμο φίλος ο Ζεγκίνης, με το χακί εχθρός. Ό,τι χακί – χωροφύλακας, αγροφύλακας, στρατιώτης, ό,τι χακί. Ώστε αλύχτημα του Ζεγκίνη; Σήμα: χακί στο χωριό, εξουσία! Και αφτιασμένος κάποιος κόσμος. Για διακρίβωση και ανάλογη δράση. Πίσω από μισόκλειστα παράθυρα ο έλεγχος, πίσω από γρίλιες. Ξάφνιασμα η τότε διαπίστωση:
 – Ιιιι! Ο καπετάνιος με ένα χωροφύλακα!
Σπίτι το σπίτι το νέο με πνιχτή πνιχτή φωνή:
– Χωροφυλάκοι!
 – Χωροφυλάκοι!
– Χωροφυλάκοι!
Λαγοί οι χρεοφειλέτες του Δημοσίου, παλιά τους τέχνη αυτό. Άλλος από την πίσω πόρτα, άλλος από το παραπόρτι, άλλος από  το παράθυρο…
Άλλος όμως ο σκοπός της εξουσίας. Καμία σχέση με τα «χρέγια».Κάτι χαρτιά στα χέρια του καπετάνιου. Απορεμένος ο Πρόεδρος στο μαγαζί:
– Διοποιτήρια, καπετάνιε, διοποιτήρια; Δικαστήριο; Ερνοδικείο;
– Όχι, όχι. Ατομικαί προσκλήσεις προς…
– Α!
Βιαστικός ο Πρόεδρος. Ανολοκλήρωτη η απάντηση του Αστυνόμου, «Α!» αυτός. Δηλαδή κανένα πρόβλημα. Ίσον γνωστό και συνηθισμένο πράμα το «ατομικαί προσκλήσεις προς…» κι επομένως «Α!»  Με τη σημασία του «Α, αυτό; Πφ, ασήμαντο». Κάπως έτσι. Σε λίγο διεργασία στο μυαλό του: «Τ ι;  Α τ ο μ ι κ α ί  π ρ ο-σ κ λ ή σ ε ι ς; Π ρ ο ς…; Τ ι  δ ι ά β ο λ ο  ν α  ’ν’ τ ο ύ τ ο  τ ώ ρ α…» Δειλή δειλή στροφή στον Αστυνόμο και χαμηλόφωνη ερώτηση:
 – Τίποτα…χρέγια, καπετάνιε;       
 – Ατομικαί προσκλήσεις, όχι για χρέη, όχι, προς μετεκπαίδευσιν εις τα νέα όπλα. Διαταγή του Επιτελείου.
Αναμενόμενο αυτό, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Ξάφνισμα, γούρλωμα, έκρηξη:
– Τιιι;!
                                                              *
ΣΙΝΙΑΛΟ  στους…δραπέτες:
– Παρεξήγηση!
Σε λίγο ένας ένας όλοι στο μαγαζί. Μαζί και κάμποσες γυναίκες – απ’ έξω αυτές. Όλοι τους αποσβολωμένοι. Τέσσερις νέοι με τα χαρτιά στα χέρια: Ο Γιώργης, ο Στέλιος, ο Νίκος, ο Λιας. «Ατομική πρόσκλησις προς μετεκπαίδευσιν εις τα νέα όπλα…»
Μουρμούρα στην ομήγυρη στο μαγαζί μέσα:
– Κακός οιωνός αυτό.
– Κακός, κάκιστος!
Καθησυχαστικός ο λόγος της εξουσίας:
– Μπα, όχι. Σύνηθες το φαινόμενον της μετεκπαιδεύσεως εις τα νέα όπλα από καιρού εις καιρόν. Σύνηθες.
Φουρτουνιασμένες οι γυναίκες απ’ έξω για την τύχη «των αντρώνε» τους και τη δική τους, σίγουρες για κακό μελλούμενο, μαστορεμένο από τους κακούς του κόσμου:                       
– Ερημιά μας και σκοτεινιά μας, οι κακομοίρες!
– Ναι μαθές…  Οι κακοντέλες!
– Ματαπαίδεψη, τάχα μου, τάχα μου!
– Παίδεψη και τουράγνιση, Παναΐα μου, στα κεφάλια τους των κακώνε!   
                                                              *
ΣΤΑ «ΧΑΡΤΙΑ» τους σκυμμένοι οι τέσσερις – του Δημοτικού Στέλιος και Λιας, οι άλλοι ούτε – και ανηφόρα η ανάγνωση. Εκείνο το «Άμα λήψει παρόντος» τι παλούκι πανάθεμά το! Μπέρδεμα του λόγιου «Άμα λήψει» με το καθημερινό, το λαϊκό «Άμα λείψει» – ακουστικώς όμοια κι άρα συνώνυμα, το χοντρό συμπέρασμά τους αυτό, και επομένως σημαίνοντας απουσία και τα δύο, αλλά μένοντας ξεκρέμαστος εκείνος ο «παρόντος» – και σαλάτα το νόημα: ‘Καλά, άμα λείψει κανείς, στρατοδικείο, εντάξει. Ο παρόντος όμως;’ Σαλάτα το πράμα. Καταφυγή στον καπετάνιο:
– Καπετάνιο!
– Τι, βρε!
– Αυτό το άμα λήψει παρόντος εδώ μέσα…
– Α, ναι! Εμφάνισις εντός… εντός… εντός…
Τσίτωμα, ξανατσίτωμα του καπετάνιου για την κατάλληλη γενική, πλην τίποτα. Ξανά «εντός…» και «εντός…», αλλά του κάκου. Στο τέλος όπως όπως:
– Εντός το βράδυ!
Μαρμαΐλα στο μαγαζί για την τόση βιάση. Κακό σημάδι αυτό. Οι τέσσερις κόκαλο! Με τα χίλια ζόρια και με κατάστεγνη γλώσσα ένας ψελλισμός:
– Απόψε δηλαδή;!
Ακούνητος από το «εντός» – σαν από μετερίζι του – ο καπετάνιος:
– Εντός απόψε, ναι!
Κι απ’ τους τέσσερις το τελικό συμπέρασμα:
– Άρα αποσπερού…
                                                              *
ΑΝΑΒΡΑΣΜΟΣ στο χωριό. Μετρημένες οι για την εμφάνιση των τεσσάρων «εντός απόψε» στα έμπεδα της Καλαμάτας. Λίγες. Ούτε μια ώρα περιθώριο για ετοιμασία. Τόσο από το χωριό, ποδαρόδρομο, ίσαμε του Χαντρινού ή ίσαμε τον Αγιαντρέα,
τόσο ίσαμε την Καλαμάτα με το Πυλιώτικο «λεφορείο» ή με το Κορωναίικο, ίσον…ούτε μια ώρα χάρη. Τσίμα τσίμα δηλαδή.    
Άνω κάτω τα σπίτια των τεσσάρων. Άνω κάτω. Γυναίκες, μανάδες, αδέρφια, παιδιά… Άνω κάτω, ετοιμάζοντάς τους. Από δίπλα συγγενείς και φίλοι και γειτόνοι. Τρεχάλες από το ’να σπίτι κι από τ’ άλλο, το μισό χωριό έτσι. Το άλλο μισό στο ξάγναντο βγαλμένο για το αντίο.
Οι δικοί δικοί, όλοι κατασκασμένοι. Όλο ξεφυσητά στενοχώριας… Και χτυπιές στα μεριά με τις παλάμες τους, στέλνοντας στον αγύριστο το «εντός απόψε» και τα συναφή:
– Χχχχούι!... «Εντός απόψε» Στο μαύρο χαϊμό!...
– Χχχχούι!... «Εντός το βράδυ…»  Το αναθεματισμένο!...
– Χχχχούι!... «Εντός αποσπεερού…»  Στον αγύριστο!...
Και πολύς ο απορεμός του πολύ… χωριού γι’ αυτήν τη… «ματαπαίδεψη» κοντά κοντά με την απόλυση – κοντά χρόνο απολυμένοι και οι τέσσερις από το στρατό, τελειώνοντας τη «θετεία» τους. Απορίες και απορίες, ανερωτημοί και υποψίες:
 – Ο Στέλιος;! Πίσω στρατιώτης;!
– Πίσω! Στο χρόνο απάνω!
– Δεν ’ν’ καλό πράμα αυτό…
– Κι ο Γιώργης. Εννιά μήνους αυτός!
– Θεέ και Κύριε! Τόσο γλήγορα! Οι άλλοι;
– Ο Νίκος το ίδιο με το Στέλιο. Ο Λιάς περσότερο, ’κατρείς μήνους αυτός.
– Σαν κοντά κοντά θετεία και ματαπαίδεψη. Σαν κοντά κοντά…
Σταυροκόπημα απορίας:
– Παναΐα μου!
 Και ξορκισμού τυχόν μελλούμενου κακού:
 – Μακριά από μας, Θεούλη μου! Μακριά από μας!
                                                              *
ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ η Αστυνομία, σωρός τα σχολιανά από πίσω του…πολύ χωριού:
Εις βάρος της. Ο μεγάλος, ως ορατός, φταίχτης η Αστυνομία. Οι ‘χωροφυλάκοι’. Το ‘κουμπί’.
 Ανέκαθεν μεγάλη η δυσαρέσκεια του χωριού για τους ‘χωροφυλάκους’ με τα κυνηγητά λόγω οφειλών προς το Δημόσιο. Τώρα; Πολύ περσότερο! Πολύ περσότερο για τη βιαστική βιαστική στράτευση των παιδιών «εντός το βράδυ»! Δυσαρέσκεια, θυμός, αγανάκτηση:
– Ε ρε το κουμπί!...
– Ε καλά με δαύτο!... Ε καλά!...
– Όχι χρέγια, όχι χρέγια, να μια ματαπαίδεψη εντός απόψε!
– Αναμπιστοσύνη στο κουμπί; 
– Α πα πα πα πα πα!  Στο κουμπί;!
Εξειδικευμένη δυσαρέσκεια στη συνέχεια:
 – Και τούτη η πρεμούρα του κυρ Αστυνόμου… Αρ’ν άρ’ν εντός το βράδυ…
– Χμ! Τόσο δρόμο ούλο λαχανιάζοντα τα παιδιά…
– Μαθέ… Ίσια μια χαψιά φαΐ οι αντρώποι κι εκείνη ποδαράτη…
– Τι ‘ποδαράτη’, πιλάλα την ξώπορτα ο Στέλιος  με την τελευταία μπουκιά ακατάπιωτη ακόμα, αποχαιρετώντας μπουκωμένος τον κόσμο κει χάμ’!
– Δε ο Νίκος; Νηστικός μπιτ μπιτ!
– Εμ πια! «Εντός το βράδυ» και «εντός το βράδυ»…
        Μαθές… Ο κυρ καπετάνιος!... Ούλο μούρη και ιδέα, ξηγώντας το χαρτί! Ούλο μούρη και ιδέα!   
– Εντάξει η μούρη… Και η ιδέα εντάξει… Με γεια του με χαρά του, καπετάνιος η χάρη του, γραμματιζούμενος άνθρωπος, εντάξει, άλλο αυτό. Άλλο αυτό και άλλο η πρεμούρα «εντός το βράδυ»! Τόσο πια; 
– Εεε, το άτιμο το κουμπί!
                                                              *
ΑΛΛΗ η γνώμη της άλλης ομήγυρης πλάι, ξώφαλτσα πιάνοντας το αφτί της τα ‘‘περί πρεμούρας του κυρ Αστυνόμου και τα περί ‘κουμπί’ και τα ρέστα’’.  Άλλη η γνώμη, παρεμβαίνοντας ένας απ’ όλους:
– Ποιος καπετάνιος και ποιο κουμπί…
– Κανέμ;
– Αυτοί; Ο τελευταίος τροχός!
– Τ ε λ ε υ τ α ί ο ς;;!!!
– Άνωθεν η διαταγή!
Σιγή και απορία γύρω. Για το «άνωθεν». «Άνωθεν»; Τι «άνωθεν»; Σιγανή, ψιθυριστή ερώτηση:
– Δηλαδή; Εκ Θεού;
Μειδίαμα συγκατάβασης:
– Επιτελεία, Υπουργεία, Κυβέρνηση… 
Υποσυριγμός θαμαγμού από την άλλη:
– Φσσσς!
Καντάρια ύφος από δω:
– Αλλά τι; Οι χωροφυλάκοι;
Συσχέτιση στη συνέχεια από τον ίδιο των ατομικών προσκλήσεων με τα άλλα σημεία των καιρών, τα μαύρα, κατάμαυρα, πίσσα, κατράμι νέφη «του διεθνής ορίζων» – καλός κι αυτός! – και με τον τορπιλισμό του «ΕΛΛΗ» τώρα τελευταία, και καταλήγοντας:      
– Άρα;
Συμπλήρωση από το ακροατήριό του:
– Ματαπαίδεψη στα νέα όπλα!
Ευκαιρία και διδαχής:
– Μετεκπαίδευση, όχι ματαπαίδεψη. Μετεκπαίδευση. 
– Εντάξει, αυτό. Άρα μετεκπαίδευση!
Απόρριψη της εκδοχής:
 – Όχι να μη!...Μετεκπαίδευση – σιγά!... Έτσι, μάνι μάνι;!...
– Αλλά;
– Επιστράτευση!
– !!!
– Μυστική, στη ζούλα.
– Δηλαδή; Άσκημη η κατάσταση;
– Πολύ!
Μαρμαΐλα στο ακροατήριο. Μαρμαΐλα, αποδαγκωμοί και πότε πότε σιργιάνι της γλώσσας στα χείλια, από τη μια άκρη στην άλλη.
                                                              *
ΝΤΑΛΑ μεσημέρι η αναχώρηση των τεσσάρων νέων. Όλο το χωριό στο κατευόδιο. Μικροί, μεγάλοι, γυναίκες, άντρες, όλοι. Κι όλοι συγκινημένοι. Και με το γνωμάτισμα του άλλου για «Επιστράτευση» και για «άσκημη κατάσταση» πολύ συγκινηνημένοι. Κατασυγκινημένοι. Με ξαμολημένες τις βρύσες των ματιών. Πολλαπλασιασμένη επί το πλήθος τους η συγκίνησή τους. Του ενός το αίσθημα διάχυτο σε όλους τους άλλους και όλων των άλλων μαζεμένο στον ένα – έναν ένα! Και να κόμποι στο λαιμό και να λυγμοί και να κλάματα και αναφιλητά.
Οι δικοί δικοί απαρηγότητοι. Από της εκκλησιάς την πόρτα ίσαμε το σταυροδρόμι ‘δεμένοι’ απάνω τους. Αγκαζέ τη μια την άλλη μπάντα. Πλευρικό αγκάλιασμα με το χέρι γύρω στη μέση. Οι μάνες κρεμασμένες στο λαιμό. Και οι ευχές θερμές θερμές.
Με τους άλλους, έναν έναν, αγκαλιές, φιλιά, αποχαιρετισμοί. Κατευόδια πολλά, θερμά κι από καρδιάς. Λ. χ.
– Στο καλό!
– Καλό ταξίδι!
– Καλό δρόμο!
– Καλή στράτα! 
Μαντίλια ανεμιζόμενα ξοπίσω τους, χέρια υψωμένα σε αποχαιρετισμό, δάκρυα πολλά, κι εκείνοι όλο και προχωρώντας, όλο και απομακρυνόμενοι, όλο και σκαπετώντας – τώρα στ’ αλώνια, τώρα στον Πλατανάκη, τώρα στον Αϊ-Νικόλα, τώρα στο σχολείο, τώρα στο Κακοσκάλι…
Οι άλλοι ασάλευτοι στη θέση τους. Στο σταυροδρόμι. Και στα πέριξ. Ασάλευτοι μέχρι το σκαπέτημά τους και πέρα από το Κακοσκάλι. Μέχρι το κατηφόρισμά τους στου Θοδωρή το ρέμα και την επανεμφάνισή τους στο Κοτρώνι και μέχρι τη Βγένα… Αγναντεύοντάς τους και αγναντεύοντάς τους και διακρίνοντάς τους όλο και λιγότερο, όλο και λιγότερο, μέχρι τέσσερις κουκίδες εκεί πέρα στη Βγένα. Και μία μία άφαντη, κυλώντας προς τα Μηλιτσαίικα όρια. Πρώτη κουκίδα, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και… τέρμα.
                                                              *
  ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟ πολλή ώρα το χωριό στο σταυροδρόμι, σχολιάζοντας την επικαιρότητα και προωθώντας λύσεις επιπέδου(!...), ήτοι υπογράφοντας συμμαχίες(!), κηρύσσοντας πολέμους (!) και εξαφανίζοντας από προσώπου γης τα εχθρικά βασίλεια – «Να και τούτη, να κι εκείνη, να και την άλλη… Κερατά!... Στάχτη και μπούλμπερη ούλοι σας… Παλιοανακατωσιάρηδες του κόσμου! – κι όλοι κομμάτι αναθαρρεμένοι σε λίγο με τα ανάθαρρά τους λόγια, τα παιδιά περσότερο, όλο γελάκια αυτά κακαριστά – «Χι χι χι χι χι χι!» – με την τόσο εύκολη εξουδετέρωση όλων των εχθρών! «Χι χι χι χι χι!» όλο ευχαρίστηση και περηφάνια.  Ευθυμία άλλο πράμα εκεί χάμω, λύνοντας όλοι με μονοκοντυλιές τα δύσκολα του κόσμου!
Κι απότομα αξαφνιά! Βρόντος δυνατός, ξεκούφαμα, με αντίλαλο στα γύρω καταράχια. Από ανατολή μεριά. Στο δρόμο των τεσσάρων νέων προς Αγιαντρέα.
Ξάφνιασμα, απορεμός, σάστιση, φόβος, όλα μαζί. Βλέμματα αμήχανα, μια κατά την ανατολή, μια κατά το διπλανό, ρωτώντας, αμίλητα, ο ένας τον άλλον και δηλώνοντας, το ίδιο αμίλητα, πλήρη άγνοια ο ένας προς τον άλλον, συσπώντας χείλια κι ανασηκώνοντας ωμοπλάτες. Δυο τρία λεπτά βουβαμάρα, με κρατημένες ακόμα και τις ανάσες. Ύστερα ανάρια δυο τρεις κουβέντες. Κι άλλες δυο τρεις. Απόψεις, εικασίες, γνώμες διάφορες. Ντουφέκι, η επικρατέστερη  άποψη. Ντουφεκιά. Μάλλον αυτό και αρχή εφησυχασμού στο σταυροδρόμι. Ελεύθερες οι ανάσες. Και άνευ σημασίας για τους πολλούς η στιχομυθία των εμπειροτέρων για το είδος του ντουφεκιού:
– Μάλλον τσιάγκρα! 
– Όχι, δίκανo
– Αυτό; Μπροστογεμί!
– Σοίχημα! Δίκανο πιστογεμί!
Ύφος βαρύ στο πρόσωπο του βετεράνου της Μικράς Ασίας, στρατιώτη του πυροβολικού:
– Τι «ντουφεκιά», βρε!
– Αλλά τι;
– Αυτό; Πυροβολικό, κανόνι!
Τσιριξιά σπαραχτική από τα έγκατα μιας μάνας – μάνας ενός από τους τέσσερις φευγάτους πριν από λίγο για τη… «Ματαπαίδεψη» – στο άκουσμα των λέξεων πυροβολικό και κανόνι. Σκουξιά γοερή:
– Έντος, μωρήηη, ο πόλεμοοος! Έρμα παιδιά! Παιδάκι μουουου! 
Χάση κόσμου αμέσως στο σταυροδρόμι. Από τις γυναίκες – η καθεμιά σκούζοντας αλαφιασμένη για το δικό της το παιδί εκεί γύρω:
– Αντώνηηηη!
– Βασίληηηη!
– Γιάννηηηη!
– Γιώργηηηη!
– Τασούληηηη!
Φωνές, τσιρίγματα, κακό, όλες μαζί έχοντας αρπαγμένα τα παιδιά τους απ’ το χέρι και βαστώντας τα σφιχτά για προφύλαξη από τον…πόλεμο(!...) και μιλώντας δυνατά η μια στην άλλη – μιλώντας, όχι ακούγοντας η μια την άλλη – και δημιουργώντας πανικό κι αλλοφροσύνη και… ‘χάβρα των Οβραίων’ και δυσκολεύοντας τη συνεννόηση των αντρών με έναν περαχωρίτη στρατολάτη εκείνη την ώρα για το τι και πώς και πούθε αυτός ο βρόντος…
– Μπα, τίποτα…
Πνιγμένα τα παρακάτω λόγια στις τσιριξιές των γυναικών, μια μεταξύ τους συναγωνιζόμενες αυτές σε φωνή, μια αποπαίρνοντας τα παιδιά τους για την επιχειρούμενη αποδέσμευσή τους:
 – Ήσυχα, αχρόνιαγο! Ήσυχα!
– Φρόνιμα, σκασμένο! Φρόνιμα!
Κάτι το ένα, κάτι το άλλο, κι αδύνατη η συνεννόηση με τον ξένο. Οπότε, θηρίο αβρότητας ένας από τους άντρες – συνηθισμένες άλλωστε οι αβρότητες του είδους:
– Σκασμός, μωρ’ γυναίκες! Καρακάξες, σκασμός!
Η συνέχεια με τον ξένο περαχωρίτη στρατολάτη:
– Φουρνέλο.
– Πού;
– Στο Μαράθι.
– Γιατί;
– Διάνοιξη του δρόμου.
Βλεμματίσματα ύστερα μεταξύ τους όλο σημασία. Ειδική σημασία: «Κουκούδια όλοι μας! Ε, κουκούδια!» Τέτοια σημασία!

                                                            ***

Δεν υπάρχουν σχόλια: