Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Το Βιός; Ποιο Βιός..

Η "Μάχη της Σοδιάς" (Στόχος του ΕΛΑΣ ήταν να μην πέσει η αγροτική συγκομιδή στα χέρια των κατακτητών)
Τροφεία στη γενέτειρα
Εκείνα τα χρόνια

«ΤΟ ΒΙΟΣ;  ΠΟΙΟ ΒΙΟΣ…»
                             
Του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά
                                                                             =============
ΑΝΗΣΥΧΗ ηρεμία τις πρώτες εβδομάδες. Εντάξει, φερμένοι οι φαντάροι από την Αλβανία, όλοι σώοι κι αβλαβείς… Εντάξει, τα παιδιά πάλι στο σχολείο… Εντάξει και με τις δουλειές – τα ίδια και τα ίδια, τα γνωστά του παιδεμού, τα στερεμένα. Εντάξει. Η ηρεμία αυτά. Αλλά ποιο το αύριο και μεθαύριο, η άλλη εβδομάδα, ο άλλος μήνας – ή και μήνες μήπως; – με τους… ‘μουσαφιραίους’ τους στρογγυλοκαθισμένους σαν αφεντικά, ‘μελεούνια’ οι κερατάδες γύρω γύρω, Μεθώνη, Πύλο, Χανδρινού, Πεταλίδι, Λογγά, Αγιαντρέα, Χαρακοπιό, Κορώνη, Ταβέρνα, Γριβιτσά;  Η ανησυχία αυτά. Ανησυχία, αγωνία, απορία, ανερωτημοί:
– Και τώρα; Τι…χαμπάρια;
– Τι ‘τι…χαμπάρια’;
– Με τους Ιταλούς, ντε;
– Α, ναι! Μαθές, ‘τι…χαμπάρια’ με δαύτους;
Έντονος προβληματισμός. Τι σόι λαός αυτός ο κόσμος γύρω γύρω; Όντως άρπαγες, βιαστές, φαγάδες, κλέφτες κατά την προπαγάνδα; Όντως; Και τόσο πολλοί;  Τόσα χέρια, τόσα στόματα;
– Μαθές… Μελεούνια!
                                                              *
ΣΤΟ ΜΗΝΑ πάνω η απάντηση. Ιταλοί στο χωριό. Αξιωματικός, υπαξιωματικοί, φαντάροι… Κι ένας δραγουμάνος. Όλοι έφιπποι. Έφιπποι σε κάτι θεριά μουλάρια, άλλο πράμα! Ξάφνιασμα των συγκεντρωμένων στα δυο μαγαζιά καφενεία χωριανών. 
 Μπουρ μπουρ μπουρ κάμποση ώρα αυτοί μεταξύ τους, κι ύστερα ο δραγουμάνος:
– Ο Πρόεδρος; 
– Εδώ!
– Σφαχτά, λάδι, τυρί, κρεμμύδι, γέννημα…
Κόκαλο οι χωριανοί. Αλληλοβλεμματίσματα με νόημα, ψιθυριστοί οικτιρμοί:  
– Το βιος μας…
– Ποιο βιος μας, ρε έρμε!
– Μαθές, ποιο βιος μας, τρομάρα μας…
Κι ο δραγουμάνος συνεχίζοντας:
– Για τις ανάγκες του στρατού κατοχής. Και σύντομα!
Παρακάλια και παρακάλια από τον Πρόεδρο με λόγια και χειρονομίες:
– Φτωχό χωριό…Μπιτ φωχό…Άνευ πολλά πράματα… Γδύμνια… Ξυπολησιά… Πείνα…
Μετάφραση από το δραγουμάνο:
 – Σινιόρ καπιτάνο –  ‘μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ…’
Τίποτα, αμετάπειστος ο ‘καπιτάνο’:
– Νο, ποντεστά! Βιδέλο, όλιο, τσιπόλα – πρα πρα πρα πρα πρα…
Σπίτι το σπίτι ψάξιμο και μαζούλα. Δέκα μουλάρια κατάφορτα ίσαμε το βράδυ. Λάδια, κρεμμύδια, τυριά, μυτζήθρες, αλεύρια… Χώρια μοσχάρια, αρνιά, κατσίκια…
Φεύγοντας αυτοί, πένθος στο χωριό:
– Αλίμονό μας…
– Συφορά μας…
– Φουρτούνα μας…
Και ειδικότερα:
– Το βιος μας…
– Τα κόπια μας…
– Η φάκνα μας… 
                                                              *
ΜΑΥΡΗ και η συνέχεια. Από Λαμπρή και πέρα τέρμα το γέννημα σε μερικές φαμελιές. Όχι τώρα αυτό۰ χρόνια. Και καταφυγή πάντα στον έμπορα. Έτσι και τώρα.
– Κυρ έμπορα…
– Καλώς τον!
– Ένα σακί αλεύρι. 
– Αλεύρι, δυστυχώς…
– Τι ‘δυστυχώς’;
– Οι Ιταλοί…
 Απόπληκτος ο χωριανός:
– !!!
– Ναι, οι άτιμοι!
Ταμπλάς τα νέα από τον έμπορα. Ούτε αλεύρι ούτε άλλα τρόφιμα στο εμπόριο. Νέκρα στην αγορά. Ο λόγος; Ο στρατός κατοχής. Οι Ιταλοί… Οι Γερμανοί… κατάσχεση τυχόν αποθεμάτων, δέσμευση νέων προμηθειών, απαγόρευση εμπορικής διακίνησης – στεριανής, θαλασσινής, εναέριας… Ταμπλάς!
– Τολάιστο μισό σακί;
Με το κεφάλι αρνητική απάντηση.
– Μισό του μισού;
Η ίδια αρνητική απάντηση.
– Μπιτ μπιτ;
– Δράμι! Να το μαγαζί, μόνο κάτι σιδερικά, αξίνες, πρόκες, πένσες…
                                                              *
ΑΡΚΕΤΕΣ  οι πολύ αναγκεμένς φαμελιές ίσαμε τη νέα σοδειά – θέρο κι αλώνι. Ως τότε μεγάλη η στένεψη. Σοφράς χωρίς καρβέλι; Το φαΐ σκέτο – το ό,τι φαΐ; Χαψιά χωρίς μπουκιά; Τι κακό, Θε μου;! Και καλά οι μεγάλοι – τι ‘καλά’, καλάμια! Αλλά τέλος πάντων! – τα παιδιά όμως; Δίχως ψωμί και τυρί – φέτα ψωμί στο ένα χεράκι, κομμάτι τυρί στο άλλο, δυο και τρεις φορές την ημέρα, ούτε μια φορά τώρα;!
Ανησυχία, αγωνία, φόβος στο χωριό. Σε όλο το χωριό, όχι μόνο στις αναγκεμένες ως τη νέα σοδειά φαμελιές. Για το ζοφερό του πράγματος. Της στάσης εμπορίου!
Πολύ το ζοφερό του πράγματος και έντονος ο προβληματισμός στα δυο στέκια:
– Δήλαδή…πολύ άσκημη η κατάσταση; 
Επιγραμματική η πρόβλεψη από τους ‘φορτωμένους’ με την πείρα μιας ολόκληρης 10/τίας πολέμων, αυτής του 1910 – Βαλκανικοί, Α΄ παγκόσμιος, Διχασμός, Μκρασιατικό – με τους συναφείς ναυτικούς αποκλεισμούς:
– Πολύ;! Λόρδα διαρκείας!
Ίλιγγος στα κεφάλια η τυχόν διάρκεια του κακού και πέρα από το καλοκαίρι.
– Ιιιι! Διαρκείας;! Δηλαδή και πέρα από το καλοκαίρι;
– Και το χειμώνα…
– Σοβαρά, τώρα;
– Κι ακόμα πέρα. 
Χτύπημα της παλάμης στο ξύλο του τραπεζιού για ξόρκισμα του κακού
– Κούφια η ώρα… 
                                                              * 
ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΗ ευκαιρία μετάλλαξης της φόρτισης του χωριού εξαιτίας της ζοφερής προοπτικής σε κόντρα βάθους κατά Γερμανών και Ιταλών. Αφορμή το ανελέητο από δαύτους κυνηγητό των φαντάρων της Μεραρχίας Κρήτης, των διασκορπισμένων στα νότια παραθαλάσσια με την ελπίδα διαφυγής στο νησί και υπεράσπισή του από τυχόν επίθεση. Κλειστές οι θάλασσες, απαγόρευση διευκόλυνσης, θάνατος η απόκρυψη και περίθαλψή τους. Αντίθετα, υποχρέωση των κατοίκων η κατάδοση ή παράδοσή τους στους Ιταλούς ή στους Γερμανούς επί ποινή τουφεκισμού. Ρητή η διαταγή.  
Λοιπόν, φωτιά το πατριωτικό αίσθημα της περιοχής σε διακοινοτικό επίπεδο. Χρέος Δημάρχων και Προέδρων της νότιας Πυλίας η κρυφή κι ανάκρυφη προστασία, διαφύλαξη και διευκόλυνση διαφυγής των φαντάρων της Κρητικής Μεραρχίας.
Στάδιο πρώτο, διανομή και προώθησή τους ανά δύο ή τρία ή τέσσερα άτομα, ανάλογα τη δυνατότητα, στα μη Ιταλοκρατούμενα χωριά της νότιας Πυλίας προς συντήρηση και διαφύλαξη «μέχρι νεωτέρας» κατά την εντολή της μυστικής διακοινοτικής οργάνωσης.
Στάδιο δεύτερο, συνεννοήσεις της μυστικής διακοινοτικής οργάνωσης με την εγκατεστημένη αρχικά στην Κρήτη και συνέχεια στο Κάιρο ελληνική κυβέρνηση προς αποστολή πλεούμενων, υποβρυχίων ή άλλων, προς παραλαβή τους.
Στάδιο τρίτο, ειδοποίησή τους προς μετάβαση σε συγκεκριμένο παραθαλάσσιο μέρος συγκεκριμένη μυστική ώρα για αναχώρηση.      
Μερίδιο ευθύνης του χωριού Κάτω Μηνάγια δυο παιδιά της Μεραρχίας Κρήτης, ο Κώστας και ο Μανόλης. ‘Μέχρι νεωτέρας’.
                                                              *
ΠΥΡΟΔΟΤΗΜΕΝΟ των Κάτω Μηναγαίων το συλλογικό πατριωτικό αίσθημα, και με πολύ άχτι μάλιστα, κόντρα στη γερμανοϊταλική φόνισσα λύσσα.
Κρυφή κι ανάκρυφη και με περισσή φροντίδα η περίθαλψη του μεριδίου ευθύνης τους, των δυο παλικαριών της Κρήτης, Κώστα και Μανόλη.
Σπίτι το σπίτι η περιποίηση/φιλοξενία/σίτιση. Τη μια ημέρα στου ενού, την άλλη στου άλλου, την παράλλη στου αλλουνού και συνέχεια έτσι. Και ξανά από την αρχή. Για φαγητό μόνο. Διανυκτέρευση στο Καταλώνι, σε μια κρύπτη επιλεγμένη από το κοινοτικό συμβούλιο του χωριού, Πρόεδρο και λοιπούς, διευθετημένη κατάλληλα για διανυκτέρευση – ύπνο – και εφοδιασμένη με τα κατάλληλα κοιμηθιά σκουτιά, στρωσίδια και σκεπάσματα.
Πολλή η έγνοια για το μεσημεριανό ή το βραδινό τραπέζι, το σοφρά. Φαΐ το βρισκούμενο, αλλά το καλύτερο δυνατόν για τα δυο παλικάρια.
‘Το βρισκούμενο’… Συχνή πυκνή η χρήση του όρου στο χωριό, προδιαθέτοντας ο οικοδεσπότης τον ξένο του ακόμα και για ψωμί κι ελιές στο τραπέζι. Στην πράξη όμως ψωμί κι ελιές, όχι, ποτέ. Καθότι όλο και κάτι παραπάνω από ψωμί κι ελιές το βρισκούμενο στο φτωχικό. Κάτι το κιούπι με το παστό χοιρινό, κάτι τα πουλερικά του ορνιθώνα, κάτι τα πεντέξι φρέσκα αυγά από τις κότες, κάτι, στη ζόρη, και τα στριφτά ‘μακαρούνια’, ιδιοσκεύασμα της νοικοκυράς, με μπόλικη μυτζήθρα, όλο και αρκετά τυχερός ο ξένος. Στη χειρότερη περίπτωση, το καλοκαίρι μάλιστα; ‘Μαγέρεμα’ απ’ το περιβόλι, μελιτζάνες και κολοκύθια ψιλοκομμένα στο τηγάνι με κάνα δυο δαρτά αυγά. Άντε και με κάνα κομμάτι τυρί από το λυμπί (μικρό πιθάρι).
Έτσι και τότε. Αρκετά φροντισμένο το ‘βρισκούμενο’ για τα δυο παιδιά. Αλλά άλλη η διαφορά από κάθε άλλη περίπτωση φιλοξενίας. Η συναισθηματική φόρτιση σε
 κάθε φάση της ετοιμασίας. Θετική για τα δυο Κρητικόπουλα, Κώστα και Μανόλη, αρνητική για τους Ιταλο-Γερμανούς. Ήρεμη η θετική, φουσκοθαλασσιά η αρνητική. Φουσκοθαλασσιά θυμού, οργής, έκρηξης:  
– Κερατάδες!
Κόντρα από τα βάθη τους αυτό, απεργασμός του πρώτου ‘α ν τ ί’ μέσα τους με την ευκαιρία της φιλοξενίας των καταδιωκομένων από δαύτους, σε κάθε φάση της ετοιμασίας. Εξασφάλιση λόγου χάρη ενός καλού κηπευτικού από το περιβόλι τους για το σοφρά των δυο ξένων μετά από ένα πλιάτσικο των Ιταλών; Φόρτσα το ‘α ν τ ί’ μέσα τους με ανάλογη λεκτική επένδυση:
– Κερατάδες Ιταλοί!
Κι ύστερα άλλο:
– Κερατάδες Γερμανοί!
Κεφάλαιο πρώτης αυτό το βαθύ ‘α ν τ ί’ για τη μετέπειτα ομόθυμη προσχώρηση του χωριού στην Εθνική Αντίσταση.    
                                                              *     
ΜΕΓΑ πρόβλημα το ψωμί στο τραπέζι για τα δυο παιδιά. Σε κάμποσα σπίτια από Λαμπρή και πέρα. Από τα άλλα όλο και κάτι. Ψωμί όμως; Φιλοξενία χωρίς ψωμί στο σοφρά; Εξαίρεση από την υποχρέωση; Ούτε συζήτηση! Για τα Κρητικόπουλα;  Πόρτα την πόρτα γύρεμα:          
– Μισό καρβέλι… Δανεικό… Ταχιά στ’ αλώνι…
– Για τα παιδιά; Ευχαρίστως! Και χώρις υπόχριωση!
Έγνοια του οικοδεσπότη την ώρα του σοφρά η εντύπωση των ξένων για το φαΐ:
– Φτωχό το τραπέζι μας, παιδιά. Δύσκολος ο καιρός, πανάθεμά το.
Ευγενέστατα τα παιδιά – ο Κώστας πρώτα:
– Όι ο καιρός, σύντεκνε!
Ο Μανόλης συνέχεια:
– Οι Ζhερμανοί… Οι Ιταλοί… Αυτοί!
Και σα μονολογώντας στη συνέχεια:
– Διά’λε, τ’ς απομεινάρες τους!...
Κι ο οικοδεσπότης συμφωνώντας κι επαυξάνοντας:
– Αυτοί μαθές! Οι καταραμένοι! Οι κερατάδες!
Με άχτι το τελευταίο, με γκούρωμα: «Οι  κ ε ρρρ α τ ά δ ε ς!»
Μέριμνά του ακόμα και η ασφάλεια των ξένων του. Χρέος του ακουβέντιαστο την ώρα του σοφρά κάτω από τη στέγη του. Πάση θυσία αυτό, ίσαμε την ώρα της αναχώρησής τους για το κρησφύγετό τους πέρα στο Καταλώνι. Όθεν καραούλι ακόμα και τα παιδιά του σπιτιού, ορμηνεμένα μέχρι…πατριωτισμένα από τους γονιούς.
Τυχόν κίνδυνος; Πιλάλα στην πόρτα:
– Πατέρα, μητέρα, Ιταλοί!
Στο τσάκα τσάκα η φυγάδευση: πίσω πόρτα, Βαένια, Βρύση, Σφαρδακλονέρι, Κάμπος, Καταλώνι! Αδύνατη τυχόν η φυγάδευση; Εφαρμογή σχεδίου ανάγκης:
– Μανόλη, εσύ στην τζάρα! Κώστα, εσύ στο κασόνι!
Διευθέτηση ανάλογη και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Συχνές οι εξορμήσεις των  Ιταλών στο χωριό. Κυρίως από Χαντρινού, αλλά κι από άλλα μέρη. Και για Κρητικούς – τείχος αδιαπέραστο τα Μηνάγια ως προς αυτίο! – αλλά κυρίως για πλιάτσικο: τυρί, λάδι, κοτερά, κρεμμύδια, ρημάζοντας έτσι το βιος των χωριανών.
Φασαριόζοι οι ‘κερρρατάδες’ σε μια τέτοια εξόρμησή τους, τσικώντας τα ποτήρια στο μαγαζί μεταξύ τους και λέγοντας:
– Κρέτα ε μουόρτο!
Τσάτρα πάτρα εξήγηση με λόγια και με χέρια στους περιεργεμένους χωριανούς:
– Κρήτη…μουόρτο…καπούτ…
   Θηρία τα Κρητικόπουλα, μαθαίνοντάς το:
– Την Παναζhία τους!
Και ώρες ώρες βαριοθλιμμένες αναφορές στους εδικούς τους.
– Οι εδιτσhοί μας τώρα, Μανόλη… 
– Οι ζhιεροντήδες μας, Κώστα…
                                                              *
ΛΙΓΟΣΤΟ πάντα το βιος του χωριού. Τώρα με τους Ιταλούς; Λεηλατώντας το στις εξορμήσεις τους ‘οι  κ ε ρρρ α τ ά δ ε ς’ ; Ακόμα πιο λιγοστό. Λιγοστό του λιγοστού του λιγοστού… κι ακόμα παρακάτω.
Σωρό παρακάλια, σωρό παράπονα την ώρα του πλιάτσικου στα σπίτια:
– Όχι άλλο!... Μη!… Πίκουλα πολλά!... Πεινάνε!... Όχι άλλο!...
Τίποτα ‘οι κερρρατάδες’, του κόσμου η κουφαμάρα στ’ αφτιά τους!
Το χειρότερο, φόρος στο σακί το αλεύρι. Και πού; Στο μύλο! Φορολογία θάνατος αυτή. Γερή η κατακράτηση. Μπαρούτι οι χωριανοί, φέρνοντας στο σπίτι το σακί το αλεύρι αποδεκατισμένο. Εκρήξεις, η μια κοντά στην άλλη:
– Οι κερατάδες!
– Οι άτιμοι!
– Οι πρόστυχοι!
– Οι κλέφτες!
– Οι ληστές!
Τη μια, την άλλη, την παράλλη, κόντρα στα ίσια μετά. Με τους δυο δασκάλους μπροστάρηδες, του κάτω χωριού Κώστα Γέμελο και του πάνω χωριού Γιώργο Κυριαζόπουλο. Κατω Μηναγαίος ο Κυριαζόπουλος, αλλά διορισμένος από προπολεμικά στο πάνω χωριό.
Κώστας Γέμελος και χωριανοί γραμμή στο μύλο του Λαμπράκου την ημέρα της παραλαβής μιας εβδομαδιαίας κατακράτησης. Χωροφύλακες για την τάξη και Ιταλοί με μουλάρια εκεί. Θηρίο ο δάσκαλος, παίρνοντας πρώτος το λόγο, δείχνοντας μια το κατακρατημένο, μια τους χωριανούς:
– Ο ιδρώτας τους!… Ο μόχθος τους!… Το αίμα τους!... Το ψωμί των παιδιών τους! 
Το ίδιο και οι χωριανοί, παίρνοντας φαερόπ ο ένας μετά τον άλλον:
– Ο ιδρώτας μας!...
– Ο μόχθος μας!...
– Το αίμα μας!...
– Το ψωμί μας!... 
– Τα παιδιά μας!...
– Η φαμελιά μας!
 Βαριά η ατμόσφαιρά, βλοσυροί οι Ιταλοί, αμήχανοι οι χωροφύλακες. Στα γρήγορα φόρτωση κι αναχώρηση, ασταμάτητες ξοπίσω τους οι διαμαρτυρίες – ‘ο ιδρώτας μας… το αίμα μας… το ψωμί μας…’ – ως το σκαπέτημά τους μα τα όπλα ανά χείρας έτοιμα.
Στο μαύρο κατάστιχο γραμμένος ο δάσκαλος από κει και πέρα, απαρχή μακράς αγωνιστικής πορείας.
Προς άλλη  κατεύθυνση τα πυρά του Κυριαζόπουλου. Προς Τρίπολη, στην Ανωτέρα Διοίκηση. Με αναφορά καταπέλτη. ‘‘Στρατός κατοχής οι υμέτερες δυνάμεις ή ασύδοτοι πλιατσικολόγοι; Ντροπή σας!’’
Τέτοια, ναι, η αναφορά. Θηρίο η Τρίπολη. Τηλέφωνο στην Υποδιοίκηση Πύλου –
‘ντρινννν’! Εν σπουδή η απόκριση:
– Πρόντο! Κι κε πάρλα! (Εμπρός! Ποιος ομιλεί!)
– Τριπόλα κουά! (Τρίπολη εδώ!)
– Ωωωωω!
– Κε ε κουέστο Τζώρτζιο Κυριαζόπολο;! (Ποιος είναι αυτός ο Γεώργιος Κυριαζόπουλος;!)
Κατεβατό τα καθέκαστα, βαρύ το κατηγορητήριο. Σιωπηλή στο ακουστικό η Πύλος, κινώντας συνέχεια απειλητικά το κεφάλι και διαβεβαιώνοντας τελικά την Ανωτέρα:  
– Σι, σι! Σούμπιτο! (Ναι, ναι! Γρήγορα!)
Και πολύ ‘σούμπιτο’ μέσα ο Κυριαζόπουλος, στα κρατητήρια της Καραμπινιερίας τυλιγμένος σε μια κόλλα χαρτί για τα περαιτέρω. Μη ο αδερφός του Θανάσης, Δ/ντής της υπηρεσίας των  τριών ταυ, ήτοι: Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλέφωνα (ΤΤΤ) και πρόσωπο με πολύ κύρος στην κοινωνία της πόλης και στις ιταλικές Αρχές; Άγνωστο το μέλλον του. Ή μάλλον γνωστό: Ομηρεία, φυλακή, ‘Χαϊδάρι’, ‘Καισαριανή’… Ίσως και Νταχάου, περνώντας τυχόν στην αρμοδιότητα των Γερμανών. Τυχερός όμως, χάρη στην άμεση κινητοποίηση του αδερφού του προς τις ιταλικές Αρχές. Και ελεύθερος. Ελεύθερος, αλλά σημειωμένος στο μαύρο κατάστιχο.
                                                              *       
ΚΑΙ  ΟΙ εξορμήσεις, εξορμήσεις. Όλο το καλοκαίρι του ’41, όλο το φθινόπωρο του ’41, όλο το χειμώνα του ’41-’42, την άνοιξη του ’42… Όχι  ό λ η  την άνοιξη του ’42. Στα μισά και ούτε. Λόγω ‘μυρωδιάς’ μπαρούτης – ΕΑΜ, ΕΛΑΣ. Αλλά ίσαμε τότε όλο και περισσότερες οι εξορμήσεις, όλο και θρασύτερες οι απαιτήσεις, όλο και μεγαλύτερη η ‘κουφαμάρα’ στα παρακάλια των χωριανών.
Πού και πού κάνας καλός Ιταλός με μικρή ‘κουφαμάρα’, όπως ένας καλά γνωστός στο χωριό από τη βάση του Χαντρινού, αρκούμενος σε μια πλέχτρα κρεμμύδι αυτός αντί πέντε από κάθε σπίτι, σε τρεις οκάδες λάδι αντί δέκα, σε ένα κεφάλι μυτζήθρα αντί τρία κ.ο.κ. Και πάντα κρυφά από τους ‘σκληρούς’ της ομάδας του. Κι όλο μουρμούρα πίσω από σφιγμένα δόντια, παίρνοντας – όσο  παίρνοντας – από το κάθε σπίτι: «Γκουέρα… Γκουέρα… Γκουέρα…», ήτοι: ‘Ο πόλεμος… Ο πόλεμος… Ο πόλεμος…’
Φόβος και τρόμος στο χωριό ένας από τους ‘σκληρούς’, ο ‘σκληρότερος’ απ’ όλους, με το όνομα Σπακάνια. Δύστροπος, στρυφνός, εριστικός, στριμμένο άντερο. Και βλάσφημος. «Πόρκα Μαντόνα!» για ψύλλου πήδημα! Ο ‘κουφότερος’ απ’ όλους.
Παρακάλια οι χωριανοί σε δαύτον, σπρωξιές αυτός απωθώντας τους από μπρος του:
– Βία! Βία! Πόρκα Μαντόνα!Βία!
Μία πλέχτρα κρεμμύδι η διαταγή του ‘καπιτάνο’ τους από κάθε σπίτι, τρεις αυτός, τέσσερις στα χέρια από κατώγια και παράσπιτα. Αναποδιάρης άνθρωπος. Σε όλα του. Ακόμα και στον τρόπο ίππευσης στο μουλάρι του – ανάποδα καβάλα, και τρέχοντας μάλιστα, από το χωριό ως τη Σκασμάδα για πότισμα του ζώου κι από τη Σκασμάδα ως το χωριό. Ανάποδα! Θέαμα για γέλια δηλαδή, ιδιαίτερα των παιδιών, δείχνοντάς τον κακαριστά:
– Για τ’ρα, για τ’ρα ο Σπακάνιας, ρε! Χα χα χα χα χα!
     Αμίλητος εκείνος με τη μουρμούρα πίσω από σφιγμένα δόντια, με το «Γκουέρα…Γκουέρα…Γκουέρα…» κι ενοχλημένος και πικαρισμένος με τα καμώματα του Σπακάνια, βλέποντάς τον ανάποδα καβάλα στο μουλάρι.  Κι ο λόγος του καρφί:
– Κάτω μουλάρι, άνω μουλάρι!
Έτσι ακριβώς: ‘Κάτω μουλάρι, άνω μουλάρι!’  Στα ελληνικά! Ακροατήριό του; Πεντέξι παιδιά πλάι του, ανάμεσά τους κι ο αφηγητής. Ξάφνιασμα, απορία, αμηχανία,  αλληλοκοιτάγματα μεταξύ μας. Παρά λίγο έκρηξη γέλιου με την παρομοίωση. Ο Σπακάνια μουλάρι;! Ωραίο! Στο τσακ – να οι πρώτοι κλειστοί φθόγγοι από τα στόματά μας: «Χε χε! Χι χι!», έτοιμο το «Χα χα χα χα!» Αλλά φρένο της ορμής μας μια κίνησή του: το δάχτυλο, ο δείχτης, στα χείλη του και συριστική αποτροπή:
– Σσσστ!
Γραμμή στο δάσκαλο μετά εμείς όλα: ‘Έτσι κι έτσι, κύριε!’
– Τιιι;
– Ναι!
Ψίθυρος στο στόμα του:
– Άρα αντιφασίστας…
Φίλοι μετά οι δυο τους. Και ιδιαίτερα ανταμώματα των δυο τους σε κάθε επίσκεψη των Ιταλών – και του ‘αντιφασίστα’ – στο χωριό. Ως την ημέρα της κακής είδησης: του θανάτου του Ιταλού σε μια προσπάθεια κατάσβεσης πυρκαγιάς στην αποθήκη των πυρομαχικών τους. Μέσα για μέσα αυτός με τη μάνικα στο χέρι και… μέσα για πάντα! Παρανάλωμα, φευ!, της φωτιάς και των εκρήξεων. Ενώ ο Σπακάνια τίποτα! Μακριά από τα δύσκολα αυτός. Σε απόσταση από τις πυρκαγιές. Μη ειδικός σε αυτά τα πράγματα…Άλλη η ειδικότητά του: ‘Τσιπόλα, όλιο, βιδέλο, κότα γκαλίνα... Σούμπιτο, πόρκα Μαντόνα!’ Τέτοια. Τέλειος σ’ αυτά. Προς άκρα δυσαρέσκεια του χωριού για τα μελλούμενα από δαύτονε και τους ομοίους του. Σκληρά μελλούμενα, καθότι όλο και πιο απαιτητικοί οι Ιταλοί στις εξορμήσεις τους. Πιο ζόρικοι. Αγίνωτο λόγου χάρη το κρεμμύδι ακόμα, μες στη καλή του χλωρασιά, θέλοντας ένα εικοσαήμερο γεμάτο ως το βγάλσιμο και πόστιασμα κι άλλο ένα οχταήμερο για πλέξιμο, και όμως εκεί οι Ιταλοί, ‘τσιπόλα’ και ‘τσιπόλα’ οι διαταγές τους! Δεκαπέντε οκάδες χλωρασσιά απαιτώντας από κάθε στρέμμα! Απειλώντας με αυτοπρόσωπη εισβολή τους στις κρεμμυδιές, πατώντας όπως όπως, όπου κι όπου, άτσαλα και χωρίς προσοχή, ίδια μουλάρια!
Στοίβες συγκεντρωμένο το χλωρό κρεμμύδι στην ‘ΕΛΒΕΤΙΑ’ του Λαμπράκου από τους ίδιους τους χωριανούς, προ του κινδύνου της εισβολής των Ιταλών. Αποδεκατισμός στις κρεμμυδιές. Τόσο κρεμμύδι χλωρασιά βγαλμένο πρόωρα; Καταστροφή, λέγοντας και ξαναλέγοντας ο καθένας και η καθεμία, οιονεί μοιρολογώντας για τον αποδεκατισμό της κρεμμυδιάς τους:
– Μια χλίψη, Παναΐα μου! Μια χλίψη!
                                                              *
ΦΡΟΥΔΗ – μάταιη – η ελπίδα σύντομης λήξης της κατοχής. Προοπτική παράτασης δεύτερο και – αλίμονο! – τρίτο χρόνο. Εξού και σφίξη στο μυαλό των χωριανών για το βιος τους, τη σωτηρία του από τους ‘κ ε ρρρ α τ ά δ ε ς’. Σφίξη μια, σφίξη δυο, σφίξη τρεις… επιτέλους λύση! Σκαπτικές εργασίες σε κατώγια και παράσπιτα. Στην πιο σκοτεινή μεριά, στη λιγότερο ύποπτη, των χώρων αυτών. Κρυφά, μυστικά κι αθόρυβα. Τάφρος το αποτέλεσμα. Ένα μπόι βάθος, μισό πλάτος, τρία μάκρος.
Αράδα τα πιθάρια μέσα. Και κασόνια ακόμα. Λάδια, μυτζήθρες, τυριά, γέννημα, καλαμπόκι μέσα, φασουλικά λίγα απ’ όλα: λόπια, μαυρομάτικα, ψιλοφάσουλα… Τάβλες από πάνω ή κάνα παλιό σανιδένιο πορτόφυλλο, επίστρωση με παλιατσαρία,
όπως ρεμένα λιόπανα, κομμάτια από παλιάλετρα, σκουριασμένα κατσαρολικά, σκόρπια κρεμμύδια με τις ξερές φλούδες τους – εικόνα εγκατάλειψης.
Λίγο το αφημένο βιος έξω. Μια πιθαμή γέννημα σε ένα κασόνι, δυο πιθαμές λάδι σε μια τζάρα, τρεις χούφτες φασόλια από το κάθε είδος, όλα λιγοστά.
Τσάτρα πάτρα οι δικαιολογίες των χωριανών στους ανεπιθύμητους επισκέπτες Ιταλούς, ‘δουλεύοντας’ καλά από τα ιταλικά μόνο το ‘νο’ (όχι) και το ‘μαντζαρία’ (φαγητό), τ’ άλλα όλο μπουρδούκλωμα, κινήσεις των χεριών και συλλαβισμό:
– Νο καλή παραγωγή φέτο! Νο λιπάσματα, νο μαντζαρία!
– Περκέ;
Συλλαβιστά και με τον τόνο η απάντηση:         
 – Νο  λι-πά-σμα-τα!
Ούτε και κρασί στα βαρέλια. Τακ στο ένα, τακ στο άλλο με την ανάστροφη, πλην τίποτα. Αχός κενού. Παραξενεμένος ο Ιταλός:
– Βίνο; (Κρασί;)
– Στάλα! Νο κειάφι, νο γαλαζόπετρα, χόβολη τα χτήματα!
  Τα καημένα τα χτήματα τα χρόνια της κατοχής… Δίχως ‘κειάφι’ και δίχως ‘γαλαζόπετρα’ σπυρί σταφίδα, στάλα κρασί. Σαπισμένα τα σταφύλια στα κλήματα πολύ προ της ωρίμασης. Σαπισμένα, ξινισμένα και μια αποφορά από κάθε κλήμα άλλο πράμα! Βρόμα από απόσταση! Και τα φύλλα, κι εκείνα μουχλιασμένα, βρόμικα!
Και επίπονη η ανάκαμψη μετά τον πόλεμο από 1945 και ύστερα. Και με δυο τρία χρόνια επιπλέον παιδεμό των ιδιοκτητών απάνω κατ’ απάνω, οιονεί ανασταίνοντάς τα κλήμα κλήμα, φροντίζοντάς τα και χαϊδεύοντάς τα σα μικρά παιδιά.
                                                            ***

     

Δεν υπάρχουν σχόλια: