Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Είδος με Είδος

Τροφεία στη γενέτειρα
Εκείνα τα χρόνια
                              
‘‘ΕΙΔΟΣ ΜΕ ΕΙΔΟΣ’’
                                         
Του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά
                                                                            ==============
ΟΧΤΩ, δέκα οι ξένοι κάθε ημέρα στο χωριό – όχι οι ίδιοι πάντα۰ άλλοτε άλλοι – από τον πρώτο καιρό της κατοχής. Συχνά και περισσότεροι. Από πολιτείες και κεφαλοχώρια, κοντινά κι αλαργινά μέρη. Όχι για χαρές και πανηγύρια. Αλλά από ανάγκη θέρισμα. Όλοι με πράγματα επ’ ώμου ή παραμάσχαλα για πούλημα με είδος.
Επιστροφή δυστυχώς στην πρωτογενή μορφή εμπορικής συναλλαγής, στην ανταλλαγή, ήτοι είδος με είδος, καμιά εμπιστοσύνη στο χρήμα, ένα χρήμα άκρως πληθωριστικό, χωρίς αγοραστική αξία – ένα χιλιάρικο ένα τσιγάρο, και στα τελευταία της κατοχής ένα εκατομμύριο ένα τσιγάρο!
Είδος με είδος, λοιπόν, ο κατοχικός τρόπος συναλλαγής – έπιπλα, σκεύη, ρούχα από τη μια μεριά, αλεύρι, λάδι, τυρί από την άλλη. Είδη διαβίωσης από τη μια με είδη επιβίωσης από την άλλη. Προσφορά/θυσία δευτερογενών ειδών της αστικής διαβίωσης στο βωμό της άτεγκτης πρωτογενούς ανάγκης επιβίωσης με προμήθειες αγροτοποιμενικών ειδών διατροφής.     
Απόκοντα και οι μαυραγορίτες, αγοράζοντας πάμφθηνα από αναγκεμένους αυτοί και πουλώντας πανάκριβα σε άλλους αναγκεμένους, κοράκια των ανώμαλων καταστάσεων και της συνακόλουθης οικονομικής δυσπραγίας, αδίστακτοι εκμεταλλευτές της αδυσώπητης ανάγκης.
                                                              *
ΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ με παράδειγμα. Ραπτομηχανή ποδοκίνητη ‘Gritzner’ επ’ ώμου ο ιδιοκτήτης και δρόμο από την πόλη για τα χωριά, πουλώντας τη είκοσι οκάδες αλεύρι. Τρεις η προσφορά του μαυραγορίτη! Και οι είκοσι, κι αυτές λίγες. Εξ αντικειμένου λίγες. Πόσο μάλλον οι τρεις!... Δικαιολογημένη έκπληξη:
– Προς Θεού, τρεις οκάδες;! Τουλάχιστον δέκα…  
Μεγάλη η υποχώρηση του αναγκεμένου ιδιοκτήτη, στο μισό! Υποχώρηση της αδυσώπητης ανάγκης. Απάντηση της αδίστακτης εκμετάλλευσης:
–Δέεεκα;! Πέντε, ούτε δράμι παραπάνω!
Δρόμο γι’ άλλα χωριά ο ιδιοκτήτης με τη μηχανή στη ράχη. Στο ένα, στο άλλο, στο τρίτο, στο τέταρτο… Και στα πιο απομακρυσμένα, ώρες και ώρες δρόμο αγκομαχώντας. Επιτέλους ένας ενδιαφερόμενος μπροστά του:
– Με λεφτά;
– Όχι, πατριώτη. Με είδος. Αλεύρι, τυρί, λάδι…
Ώρα το παζάρεμα. Δέκα οκάδες η διαφορά! Ζορισμένος ο πουλητής – ανάγκη πάσα ψωμί για τη φαμελιά. Αλλά κι ο χωριανός πολύ μετρημένος. Ίσα για τη χρονιά τ’ αποθέματά του. Συν του Ιταλού το μακρύ χέρι… Άρα προσοχή. Αλλά ευκαιρία, πανάθεμά το, αυτό το πράμα, για τη θυγατέρα του, κόρη της παντρειάς, για προίκα της. Και μες στην πόρτα του φερμένο; Ευκαιρία.       
– Λοιπόν, δώδεκα οκάδες, όχι παραπάνω, τελευταία τιμή.  
– Δεκαπέντε.
– Όχι. 
– Δεκατρεισήμισι, όχι παρακάτω.
– Εντάξει. 
Μεγάλη η υποχώρηση. Αλλά εξασφαλισμένο το ψωμί της φαμελιάς για μια εβδομάδα. Με μια φετούλα την καθισιά το άτομο. Όχι φέτα. Φετούλα. Φετουλίτσα.
      Μια εβδομάδα, δέκα ημέρες το πολύ. Ύστερα, πάλι στη γύρα. Με το καλό κοστούμι παραμάσχαλα… Ύστερα με τον καλό καθρέφτη…Το καλό εικόνισμα…Το μπρούτζινο μαγκάλι… Τις ωραίες κουρτίνες… Σεντόνια… Μαξιλαροθήκες… Κουβέρτες, όλες ολόμαλλες… Γυαλικά… Ασημικά… Χρυσαφικά…Τα πάντα. Σε πεντέξι μήνες άδειο το σπίτι από τη φουμιά του. Για κομμάτι ψωμί.
Το ίδιο και ο άλλος και ο άλλος και ο άλλος… Από πολιτείες, από κεφαλοχώρια… Όλοι οι ασχολούμενοι με δευτερογενή και τριτογενή επαγγέλματα. Τεχνίτες, μεταποιητές, υπάλληλοι, επιστήμονες…
Κοινωνικό ξεκούρντισμα δηλαδή. Απίστευτα επίπονο και απίστευτα επώδυνο. Αλλά και με απίστευτη επιμονή για την επιβίωση. Με πείσμα.
                                                              *
ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, δυσπραγία, δυστυχία, κακοδαιμονία, φόβος και τσίτα σφίξη τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής στο χωριό κατά την κατοχή. Θλίψη το κλίμα.
Θλίψη ξεθλίψη όμως, υπαρκτά από δίπλα και τα φαιδρά στιγμιότυπα, σκαρώνοντάς τα η ίδια η ζωή, αμβλύνοντας τις αντιξοότητες, διανθίζοντάς τες με θυμηδίες.
Ξέχωρο πρόσωπο μεταξύ των οχτώ δέκα η κυρα-Βάσω. Με είδη διαβίωσης επ’ ώμου και παραμάσχαλα προς ανταλλαγή με είδη επιβίωσης.
Ψηλή, λεπτή, δόλιχο πρόσωπο, μελαχρινή, αεικίνητη, λογού, όχι γλωσσού, πειστική, σαΐνι στα εμπορικά η κυρα-Βάσω. Και γελαστή, ω βέβαια! Πρώην, κατά δήλωσή της, καταστηματάρχισσα στην Καλαμάτα. Επαγγελματικά; Ίσον ελκυστικά γελαστή. Σταθερή προσφώνηση με το ‘κυρά’ μπροστά. Κυρα-Βάσω. Ποτέ Βάσω, Βασίλω, Βσούλα ή Βασιλική. Κυρά Βάσω. Και αμοιβαία από μέρους της το ‘κύριε’ ή ‘κυρία’.  Ατμόσφαιρα αξιοπρέπειας.    
Φόρια το εμπόρευμα της κυρα-Βάσως. Ανδρικά, γυναικεία, παιδικά… Παντελόνια, κάλτσες, πουκάμισα τα ανδρικά, φουστάνια, φούστες, μπλούζες τα γυναικεία. Ανάλογα και τα παιδικά. Ντρίλινα, λινά, βαμβακερά φόρια.
Με την εμφάνισή της, συναγερμός στο χωριό:
– Η κυρα-Βάσωωω! 
Εμπορικό της εκθετήριο το πεζούλι του Κυριαζόπουλου. Από επισκέψεις ενδιαφερομένων πρώτη η κυρα-Βάσω εν συγκρίσει με άλλους άλλες ημέρες. Αλλά και από πράξεις κανένα παράπονο η κυρα-Βάσω. Τα μισά και παραπάνω πουλημένα ως το απόγευμα. Αναχώρηση με ακέριο το εμπόρευμα; Ποτέ.
Πολλά τα παραχωρούμενα στους ενδιαφερομένους προς δοκιμή στο σπίτι. Σπάνια των σπανίων επιστροφή χωρίς επόμενο βήμα. Γαζί και τριβέλια τα γιατί και πώς και πού της κυρα-Βάσως. Ποιο το ελάττωμα; Η ποιότητα; Το χρώμα; Η ραφή; Το μήκος; Το πλάτος; Τι; Μίρι μίρι μίρι μίρι η γλώσσα της ψαλίδι μέχρι τελικής επιτέλους συμφωνίας. Μία μόνο η εξαίρεση – επιστροφή του δοκιμασμένου χωρίς προοπτική τελικής συμφωνίας, παραδίνοντας το παντελόνι ο ενδιαφερόμενος στενοχωρημένα αρνητικός:
– Όχι… δεν…
– Γιατί, κύριε Σπύρο;
Σκοινί κορδόνι οι αρετές από την κυρα-Βάσω, τεζάροντας στα χέρια της το παντελόνι και επιδεικνύοντάς το. Γερό ύφασμα, απέθαντο, διπλή σφιχτή αντοχής ραφή, χρώμα σκούρο ανεξίτηλο, και καλή τιμή.
Γουρλωμένη και όλο αφτιά η αρκετά μεγάλη ομήγυρη του χωριού γύρω τριγύρω για το αποτέλεσμα, έχοντας από καιρό ζυγιάσει την πειστικότητα της κυρα-Βάσως:
– Αυτή; Δικαιόρισσα!
Και ο Σπύρος μπρος στις τόσες αρετές:
– Αυτά, εντάξει, ναι!
– Λοιπόν; Ποιο ’ν’ το πρόβλημα;
Η αδημονία της ομήγυρης στα ύψη για το… ‘πρόβλημα’:
– Κοντό, κυρά Βάσω! Κοντό!   
Η κυρα-Βάσω παραξενεμένη:
– Κοοο ντό;!
Ο Σπύρος με στενοχώριας κίνηση στα χέρια:
– Κοντό το παντελόνι… μακρύ το σώβρακο…
Μετά βίας συγκράτηση της ομήγυρης με τα… ενδότερα της ανδρικής αμφίεσης. Κομμάτι ξαφνιασμένη και η κυρα-Βάσω με την εμπλοκή του ανδρικού εσώρουχου: 
– Επομένως, κύριε Σπύρο, αλλού ’ν’ το πρόβλημα. Στο μακρύ σώβρακο!
Σιωπηλή κατάνευση από μεριά Σπύρου.  Κι ο επίλογος από κυρα-Βάσω με ξανά το ‘επομένως’ πρώτη λέξη:
– Επομένως, κύριε Σπύρο, αν έν’ μακρύ το σώβρακο και κοντό το παντελόνι, εγώ τι φταίω;…
  Έκρηξη της ομήγυρης: «Χα χα χα χα χα!», επαναλαμβάνοντας μερικοί της κυρα- Βάσως το ‘επομένως’ και τα επόμενα με υπερτονισμό της διαφοράς μεγέθους ανάμεσα ‘σώβρακο’ και ‘παντελόνι. Και ξανά μανά τα ‘χα χα χα χα χα!’
Δίψα της κοινωνίας (μικρής, μεγάλης, του χωριού, της πόλης, αστικής, αγροτικής, ποιμενικής, πλούσιας, φτωχής, αναγκεμένης, άνετης, ό,τι κοινωνίας) για μια ρανίδα ευφροσύνης μες στην τόση σφίξη, όπως αυτή της κατοχής, γραπώνοντας ο κόσμος την όποια, ακόμα και τη μικρότερη, ευκαιρία.  
Λοιπόν, από κει και πέρα με κάθε ‘επομένως;’ ως συμπέρασμα για οποιοδήποτε θέμα της καθημερινής τους ομιλίας, πάραυτα τρεχάλα ο νους στο της κυρα-Βάσως «επομένως, κύριε Σπύρο…» και τα λοιπά και τα λοιπά, και γέλια τρανταχτά σε όποια, μικρή ή μεγάλη, ομήγυρη.
Συζητώντας λόγου χάρη στην ομάδα των σκαφτιάδων, τον καιρό του σκαφτού στα χτήματα, για την κατανομή τους στου τάδε ή στου δείνα το αμπέλι, συχνές οι διαφωνίες τους για διάφορα μικροθέματα, π.χ. για το στριμμένο αφεντικό, για το νόστιμο φαΐ της δείνα νοικοκυράς και τα λοιπά και τα λοιπά. Στο τέλος τέλος όμως επίτευξη πλήρους ομοφωνίας χάρη του μεροκάματου, γνωματίζοντας εν τέλει ο πιο φρόνιμος της ομάδας:
 – Επομένως; Προς τι οι γκρίνιες μας χτες το βράδυ; 
Ευκαιρία με το ‘επομένως;’ για μια ρανίδα ευφροσύνης πρωί πρωί,  ανατρέχοντας στο περιστατικό με την κυρα-Βάσω με ένα κλειστό γέλιο ένας της ομάδας:          
– Επομένως, κύριε Σπύρο…χι χι χι χι χι!
Ένας άλλος, συνεχίζοντας με πιο ανοιχτό γέλιο:
– Αν έν’ μακρύ το σώβρακο και κοντό το παντελόνι… χε χε χε χε χε!
Ο άλλος, τελειώνοντας το ιστορικό με δυνατό γέλιο, συνοδεύοντάς τον όλοι μαζί:
– Τι να σου κάμω εγώ… χα χα χα χα χα!    
 Και να οι ομηρικοί1 γέλωτες σε όλη την ομάδα!
{(Ομηρικοί γέλωτες λέγονταν τα τρανταχτά γέλια των ανέμελων θεών)Ιλ. Α, 599}
Μακρυναρίκι το περιστατικό με το ‘επομένως’ της κυρα-Βάσως και συχνά βιαστικός ο καθημερινός λόγος. Σπατάλη χρόνου η απαγγελία του ‘επομένως’ με όλα τα επόμενά του. Ψαλίδι, λοιπόν. Αρκετό το «Επομένως, κύριε Σπύρο…» Αυτονόητα τ’ άλλα και εν σιωπή συμπλήρωσή τους ως το τέλος με το νου. Με το «Επομένως, κύριε Σπύρο…» γέλια το ακροατήριο! Τη μια, την άλλη, την παράλλη, στο φουλ τo «Επομένως, κύριε Σπύρο…» με τα γέλια του για τα αποδέλοιπα. Την άλλη εβδομάδα,
εντάξει και την άλλη εβδομάδα, σπαθί το θυμητικό. Τον άλλο μήνα, έτσι κι έτσι, τρώγοντας στην ανάγκη και κάνα σκαμπίλι η μνήμη, δηλαδή γερό τσίτωμα.
Την άλλη χρονιά, ξαδυνατισμένη κομμάτι πολλών η μνήμη. Και πολλών άλλων όχι κομμάτι, αλλά αρκετά. Μετά βίας συγκρατώντας ακόμα και το «κύριε Σπύρο…» μετά το «επομένως». Πιο πέρα; Πίσσα, σκοτάδι για πολλούς!
Βράδυ κάποτε, λοιπόν, και κόσμος μαζεμένος στην ‘ΕΛΒΕΤΙΑ’ του χωριού, ήτοι στου Λαμπράκου το μαγαζί. Πολλοί οι έξω καθήμενοι κυκλικά. Άλλοι σε πέτρες, άλλοι σε κάνα κούτσουρο από του Πέππα την αυλή πλάι, άλλοι σε σκαμνιά φερμένα από το σπίτι τους, μα και οκλαδόν μερικοί. Μωρέ και κατάχαμα σταυροπόδι στην ανάγκη. Θέμα συζήτησης το μεταβατικό στάδιο της κατοχής, από τους Ιταλούς στους Γερμανούς. Απόψεις και απόψεις. Καλές οι περισσότερες για τους Γερμανούς. Ένσταση από κάποιους λόγω κακής, κάκιστης συμπεριφοράς των Γερμανών στην Αθήνα, περιοχή δικής τους κατοχής. Σιγή από τους άλλους. Επίθεση της ένστασης:
– Επομένως; Τι… ‘καλύτεροι’ οι Γερμανοί…
Οίστρος σε ένα κεφάλι. Αλογόμυγα. Το ‘επομένως’ αλογόμυγα! Ευκαιρία για επίδειξη πνεύματος ή για χαλάρωση με το αστείο του. Αλλά ποια η συνέχεια μετά το «κύριε Σπύρο»; Ποια, πανάθεμά τη; Εντάξει, για ‘σώβρακο’ και ‘παντελόνι’ το θέμα, αλλά τι ακριβώς; Ένα «φτου γαμώ το!» με το νου και πάραυτα προσωπική σύνθεση παντελονιού και σώβρακου και μάλιστα με δυνατή φωνή:
– Επομένως, κύριε Σπύρο, βγάλε παντελόνι και σώβρακο! 
Χοντρό, πολύ χοντρό γέλιο για τη χοντρή παραποίηση! Το κυριότερο; Σατανική συγκυρία το σίμωμα του Σπύρου πίσω του εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Σίμωμα αγαλιανό, ήρεμο, αθόρυβο, το πάγιο περπάτημα του Σπύρου, και με λαστιχένιες σόλες στα πατούμενα, πολύ πολύ αθόρυβο, τη στιγμή ακριβώς του «…Σπύρο, βγάλε παντελόνι και σώβρακο»!
Γνωστά στο Σπύρο τα σχετικά με το «επομένως…» της κυρα-Βάσως σχόλια και μηδέν παραξήγηση, μειδιώντας αυτάρεσκα κάτω από το παχύ μαύρο μεγάλο μουστάκι του κι αποκαλώντας κογιόνηδες, αυτό μόνο, τους συδαυλιστές της γνωστής ιστορίας. Αλλά το τωρινό; Άλλο το τωρινό. Ξαφνιασμένη η ομήγυρη όλη με τη σατανική συγκυρία, λέγοντας ο άλλος τη χοντράδα κι ακούγοντάς τη ο Σπύρος.     
Κοντοκράτημα του ομαδικού γέλιου για τυχόν έκρηξη του Σπύρου. Πλην μηδέν έκρηξη. Μια επιτίμηση μόνο:                 
– Α’ χχχαθείς, ζαγάρι! Τι α ιδείς, ρε;!
Ο χαμός του χαμού με τα δυνατά και ακράτητα γέλια!
                                                              *
ΑΠΟ την άλλη… Πιθάρι των εκατό οκάδων στην πλάτη του ο αναγκεμένος τεχνίτης πήλινων ειδών και δρόμο για τα χωριά για «είδος με είδος». Από της Κορώνης τα μέρη. Στη ράχη του η τέχνη του, ο μόχθος του και ο αναγκεμός του. Αναγκεμένος, και δίχως ζο για την περίσταση. Απαντοχή του η ράχη του. Κι ένας εγωισμός, μια περηφάνεια, ένα πείσμα μέσα του, άλλο πράμα! Στο βρόντο η φωνή της λογικής για το ακατόρθωτο του εγχειρήματος, ολόκληρο βαγόνι πράμα εκεί πέρα, ογκώδες, ζουναράτο, θάνατος για το κορμί, όλο αυτό στη ράχη! Και καλά η τυχόν πράξη στο διπλανό χωριό – τι ‘καλά’, κολοκύθια, αλλά τέλος πάντων. Αν όχι; Αν ούτε και στο δεύτερο; Και στο τρίτο; Τίποτα αυτός, αμετάπειστος! Αμετάπειστος, οιονεί σκαιώς αποπαίρνοντας τη λογική: «στην άκρη, κυρά λογική, μπρος στην ανάγκη θέρισμα»! Όχι το ευγενικό «κυρία»۰ το αγροίκο «κυρά». Ή και το σκαιό «Μωρή».
      Κάθε εκατό με εκατόν πενήντα μέτρα στάση. Κωλοκάθισμα, ξεφόρτωμα, ανόρθωση, ανακλάδισμα, φύσημα-ξεφύσημα, ξανάσαση πέντε λεπτά. Και ύστερα πάλι κωλοκάθισμα με πλάτη στο πιθάρι, αρπάγες τα χέρια του στα χείλια του πιθαριού, ανόρθωση, πορεία. Και πάλι το ίδιο σε εκατό με εκατόν πενήντα μέτρα: Κωλοκάθισμα, ξαλάφρωμα, ξανάσαση – ξαναφόρτωμα, ανασήκωμα, πορεία. Και πάλι το ίδιο:
Κωλοκάθισμα, ξαλάφρωμα, ξανάσαση – ξαναφόρτωμα, ανασήκωμα, πορεία. Και συνέχεια έτσι. Κι ο δρόμος μακρύς κι ανώμαλος, ανηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, βάτα, στενωσιές… Εκείνο το Μαράθι –Ιιιι, Χριστέ κι Απόστολε! Τι πέτρα και κακό εκείνο το κομμάτι της διαδρομής! Πέτρες όρθια μαχαίρια σε όλο το πλάτος και οφιοειδής η διέλευση ανάμεσά τους. Όχι το τωρινό Μαράθι, το ισιωμένο, το σκυροστρωμένο, το ασφαλτοστρωμένο, περνώντας το κανείς με αυτοκίνητο και καμαρώνοντάς το από μέσα, όχι αυτό! Το τότε Μαράθι. Το ‘Χριστέ κι Απόστολε και Κύριε των δυνάμεων!’ Μαράθι. Με το μπουρδούκλωμα των ποδιών του στρατολάτη ανάμεσα στις ίδια κοφτερά μαχαίρια όρθιες πέτρες! Και καλά ο κουνώντας τα χέρια ελεύθερος στρατολάτης, κοιτώντας και δρασκελώντας, κοιτώντας και δρασκελώντας. Ο φορτωμένος την τζάρα βαρέλι (μεγάλο πιθάρι);  Τι κοιτώντας και δρασκελώντας αυτός; Ακατόρθωτο!
     Χώρια εκείνη η κατηφορική στροφή στο ρέμα, το ίδιο οφιοειδής και πετρώδης κι αυτή, είτε κατεβαίνοντάς τη κανείς, ερχόμενος από τα χωριά της Κορώνης είτε ανεβαίνοντάς τη κανείς, πηγαίνοντας προς τα χωριά της Κορώνης. Μαρτύριο!   
Καλοκαίρι του 1941 αυτό κι ό ήλιος φλόγα πάνω, φωτιά η γη κάτω κι ο αναγκεμένος με το πιθάρι ξεκούτρουλος και ξυπόλητος, και στη ράχη του θάνατος οι σουβλιές από τα ζουνάρια – ω, τι ξεθέωμα ο δρόμος για τη φέτα το ψωμί στην ‘ξεκουρντισμένη’ κοινωνία της κατοχής!
Ξανάσαση στο πρώτο χωριό. Στάθμευση της ελπίδας. Πλην, φευ, κανείς ενδιαφερόμενος. Κανείς!
– Βρε αμάν! Λογική η τιμή.
– Όχι, πατριώτη.
Δρόμο για το άλλο χωριό. Διπλό το βάρος τώρα στη ράχη του. Από την κούραση, από τη διάψευση, από την πείνα, από τη δίψα… Διπλό και παραπάνω: τρίδιπλο! Πλην ούτε και στο άλλο χωριό πράξη.
Έρμα γόνατα… Έρμη μέση… Έρμη πλάτη… Έρμα χέρια… Έρμο στομάχι… Έρμα ανάκαρα… Πενταπλάσιο το βάρος τώρα για το άλλο χωριό.
Εκεί όμως ο πιθαράς, απάνω κατ’ απάνω! Σκέτο πείσμα! Από την κορφή ίσαμε τα νύχια πείσμα!... Πείσμα σφιχτοδαγκωτό!
                                                              *
ΓΡΑΜΜΗ για τα Κάτω Μηνάγια. Για τράμπα με κρεμμύδι. Με κρεμμύδι; Ναι, με κρεμμύδι! ‘Στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι’. Πέρι τίποτα, καλύτερα κρεμμύδι. Στύλωμα και το κρεμμύδι… Ψητό στη θράκα… Γιαχνί στο τσουκάλι… Φέτες στο τηγάνι… Ακόμα και ωμό, με την καούρα του… Καλή και η καούρα του… Και η κρεμμυδίλα του, καλή κι αυτή…
Όλα εξωραϊσμένα με το νου του. Απελπισμένο αγκίστρωμα στην αμυδρή-φτωχή ελπίδα, στο ‘Μηνααίικο’ κρεμμύδι. Και στην πορεία των εκατό, εκατόν πενήντα μέτρων αυτό το σκεπτικό παρηγοριάς, αλλά κυρίως σε κάθε ανασήκωμα μετά από κάθε κωλοκάθισμα. Ανασήκωμα και τόνος παρηγοριάς, ανασήκωμα και τόνος ελπίδας. Ίδιο η μίζα ηλεκτροκίνητης μηχανής αυτός ο τόνος παρηγοριάς κι ελπίδας – τσακ και εκκίνηση!  Με καύσιμο ‘το κρεμμύδι των Μηνααίων’!  
Και στο τέλος σιμώνοντας στο χωριό κι αντικρίζοντας τη χλωρασιά του; Στα ύψη η ελπίδα μέσα του! Σιγουριά, βεβαιότητα, τελειωμένο πράμα!
Αποφασισμένος γι’ ανταλλαγή οπωσδήποτε. Μωρέ και τριάντα οκάδες ακόμα!
Όχι πενήντα, όχι σαράντα… Τριάντα! Τριάντα οκάδες κρεμμύδι. Τι στο χαϊμό πια!... Τόσο κρεμμύδι σ’ αυτό το χωριό!... Χιλιάδες οκάδες η παραγωγή, τόνοι και τόνοι!... Από παλιά ακουσμένο αυτό. Χίλιες οκάδες ο καθένας το λιγότερο. Το περισσότερο; Πέντε χιλιάδες οκάδες! Ασήμαντη ποσότητα οι τριάντα οκάδες. Για τους Μηναγαί-ους; Ασημαντότατη! Ενώ γι’ αυτόν… Έλεος Θεού γι’ αυτόν! Έλεος Θεού, μάννα εξ ουρανού!... Πεντέξι πλέχτρες των έξι οκάδων η κάθε μία;! Ή των πέντε;! Ίσον της Βενετιάς τα πλούτη! Τύχη!
Κι όσο για τη μεταφορά του είδους στο σπίτι του, σιγά τα δύσκολα! Στη ράχη του. ‘Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια’! Οι τριάντα οκάδες; Πούπουλο!
Αίσθηση εκατό τοις εκατό ευνοϊκού τέλους της ταλαιπωρίας του– ήδη στο στόμα του το κρεμμύδι επιτέλους!  Και οι σουβλιές στη ράχη του; Ξεχασμένες, ούτε ιδέα, σιμώνοντας στο έμπα του χωριού!
                                                              *
ΚΡΑΚ! Η καρδιά του στο έμπα του χωριού. Ένα, δύο, τρία…πέντε… εφτά, οχτώ… δέκα…δώδεκα ιταλικά μουλάρια, κάτι θεριά πράματα, το ένα πίσω από το άλλο στο έβγα του χωριού προς Χαντρινού. Κατάφορτα! Τίγκα τα σακιά, ένα στο ένα πλευρό, ένα στο άλλο κι άλλο ένα πανωγόμι!  Τίγκα κρεμμύδια, ξέχειλα ξέχειλα, προχειροδεμένο το άνοιγμά τους και μισοβγαίνοντας έξω τής πάνω πάνω πλέχτρας τα κρεμμυδοκέφαλα!
Κρακ η καρδιά του! Δώδεκα μουλάρια, τριανταέξι γεμάτα σακιά, υπερεκατό οι παλμοί του! Και τα σακιά μεγάλα, όχι τα συνηθισμένα μικρά, τεράστια! Δαγκωτός ψίθυρος στο στόμα του:
– Άτιμοι!
Κραπ κραπ κραπ κραπ των θεριών μουλαριών οι πεταλωμένες οπλές, μεγάλες κι αυτές, θεριές, σαν τηγάνια, κραπ κραπ κραπ κραπ πατώντας και θρυψαλιάζοντας τη μόλις προ ολίγου στημένη στα πόδια της ελπίδα του. Κραπ και θρυψάλισμα, κρακ και σαψάλιασμα.
Φασαριόζοι Ιταλοί φαντάροι, μουλαράδες του ιταλικού στρατού, μπρος, ζερβά, δεξιά και πίσω από τη φάλαγγα, σαλαγώντας ή συγκρατώντας τα μουλάρια:
– Χότζααα! Χότζαλιιι!
Κρακ η καρδιά του και ξανά ψίθυρος δαγκωτός στο στόμα του:
– Κλέφτες!
 Εφτακόσιες(!!!) οκάδες τώρα το βάρος στη ράχη του! Διπλοτριπλαυγατισμένο με τους «κλέφτες» της απαντοχής του.
Μόνε μόνε σερνάμενα τα πόδια του ίσαμε την πλατεία του χωριού, τη διάσπαρτη εδώ κι εκεί με ‘κλεμμένους’ χωριανούς. Και ξιδιασμένους. Απόθεση του βάρους και χαιρετισμός:
– Γεια σας!
Αντιχαιρετισμός βαρύς κι ανόρεχτος, αλλού ο νους: 
– Γεια σου κι εσένα…
Πού αλλού ο νους; Στο σηκωμένο βιος, πού αλλού…                           
– Πιθάρι για τους καρπούς σας… Για τυρί, για λάδι… Γερό πράμα!
Άσκημη η στιγμή. Πολύ άσκημη. Κεφάλια σειούμενα περίλυπα… Κανείς...
– Με είδος…
Καμιά απόκριση. Κανένα ενδιαφέρον. Δειλά δειλά ο προσδιορισμός του είδους:
– Με… κρεμμύδι…
Μαχαίρι στ’ απομεινάρια της ελπίδας του η απόκριση:
– Κρίμα στον κόπο σου κι εσένα πατριώτη! Τόσο δρόμο με φτούνο το πράμα στη ράχη σου. Ποιο είδος… Ποιο κρεμμύδι… Ανάθεμά τους!   
Σαφέστατο το νόημα: Ούτε κι εδώ εμπορική πράξη. Όπως και στ’ άλλα χωριά. Η βουή της θάλασσας μέσα του! Πολλή βουή!
Αμίλητο ξαναφόρτωμα, ακροζύγιασμα πάνω από τη μεγάλη πέτρα πλάι στη λεϊμονιά του Λαμπράκου και βίαιο ξαμόλημα πάνω της… Σπορίδια το πιθάρι! Πράξη δίχως προειδοποίηση πρώτα, δίχως εξήγηση μετά. Έτσι του! Χουγιαχτό κατά της παλιοκατάστασης και των υπευθύνων της δημιουργίας της…
                                                            ***     

Δεν υπάρχουν σχόλια: