Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΡΟΝ ΑΡΟΝ

Τροφεία στη γενέτειρα
Εκείνα τα χρόνια

‘‘ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΡΟΝ ΑΡΟΝ’’

Του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά
                                          ============
ΦΕΥΓΑΤΟΣ χρόνια κάποιος κόσμος από τα χωριά προ του 1940. Φευγάτος στην πόλη. Για καζάντι, για προκοπή. Μακριά από την ‘τουράγνιση’ (τυραννισμένη ζωή) του χωριού, τον παιδεμό. Βαριά η ‘τουράγνιση’ στο χωριό και το διάφορο (όφελος) τίποτα. Ο παιδεμός πολύς, ανάσαση καθόλου, το ψωμί λίγο, το κορμί κακοντυμένο, τα πόδια ξυπόλητα, στερήσεις και κακό – α στην ευχή πια, πιο καλά στην πόλη!
Πιο καλά, λοιπόν, στην πόλη, εγκαταλείποντας το πατρικό συχνά κλειστό, παρατώντας τον αγροτοποιμενικό βίο κι αποζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.   
Εργατοϋπάλληλοι στην πόλη, τεχνίτες, επαγγελματίες, έμποροι – ‘αντρωπινές   δουλειές’. Με τα χρόνια όλοι δημιουργημένοι από λίγο ως πολύ. Σπίτι με τις βολές του, ζωή οργανωμένη στο μεροδούλι μεροφάι, φαμελιά με όνομα… Τα βασικά της ζωής αυτά. Πράγματα δύσκολα έως ακατόρθωτα στο χωριό.   
Φόρια καλά στην πόλη, πατούμενα κοφτά, ρολόι στο χέρι, ρολόι στο τσεπάκι… Γυαλιά του ήλιου, άλλα γυαλιά ‘της γλεπής’ (μυωπίας, πρεσβυωπίας κλπ)… Με το κατιτίς τους στην άκρη… Η ζηλευτή στο χωριό φουμιά τους αυτή. Ζηλευτή και με το όνομα: ‘Σαν τον (τάδε)! Σαν τη (δείνα)!’
Κίνητρο η φουμιά των πρώτων για τους επομένους. Και των επομένων για τους άλλους επομένους. Άλλους, αλλά και άλλες.  Θαυμάζοντας πολλοί και πολλές τη φουμιά των προηγουμένων:
– Ο (τάδε), ρε! Ρολογάκι στο χέρι!
– Η (τάδε), μωρή! Γυαλιά της γλεπής!
Φουμιές επιπέδου αυτά και κράχτες ολκής για φυγή στις πόλεις μέχρι και Αθήνα.
                                                              *
ΑΡΟΝ άρον τώρα επιστροφή στο χωριό. Ο λόγος; Ο κατακτητής με τις αυθαιρεσίες του… Τ’ αεροπλάνα με τους βομβαρδισμούς… Οι παντελείς ελλείψεις στην αγορά… Η μαύρη αγορά με την απανθρωπιά της… Οι θάνατοι από την πείνα… Λόγοι, όχι λόγος. Λόγοι. Πολλοί λόγοι. Επικίνδυνη η διαμονή στην πόλη. Ακριβέστερα: Κίνδυνος η διαμονή στην πόλη. Κίνδυνος θάνατος.
Πίσω στο χωριό, λοιπόν. Στο παρατημένο πατρικό άρον άρον. Με φαμελιά, με τσουμπλέκια, με… με… με…
Καλωσορίσματα με περιεργεμούς στο χωριό:
– Δηλαδή, ξάδερφε;…  Καλώς των πραγμάτων; Ή…
– Τι ‘καλώς’, ξάδερφε, τι ‘καλώς’;… Κακώς, ψυχρώς και…αναπόδως!
Ιδεασμένο το χωριό για το κακό στην πόλη. Όλο και κάτι σου ξου μου στόμα το στόμα και χωριό το χωριό τον τελευταίο καιρό. Αλλά το αληθινό πρόσωπο της κατοχής, το αγριεμένο, το οργισμένο, το σκιαχτερό, το φοβερό, το επικίνδυνο, το θανάσιμο πρόσωπο, άγνωστο ακόμα στο χωριό. Ακουσμένη λόγου χάρη η έλλειψη τροφίμων γενικώς. Αλλά θάνατος από πείνα;!...
– Αλήθεια, ξάδερφε; Τέζα; Ή κανιά λιγοθυμιά; 
– Τέζα, ξάδερφε, τέζα. Θάνατος!           
–Καλά, και οι άλλοι;
– Ποιοι άλλοι; 
– Τι ‘ποιοι άλλοι’; Ο άλλος κόσμος, οι άλλοι άνθρωποι, περαστικοί, διαβάτες, διάφοροι… Καμιά βοήθεια στον πεινασμένο; Ένα ψίχαλο ψωμί… Τίποτα;
– Τίποτα, ξάδερφε! Ποιοι περαστικοί, ποιοι διαβάτες… Κανείς… Μόνο το κάρο της Δημαρχίας για τους πεθαμένους της πείνας, μαζεύοντας τα πτώματα…  
Γκρύλα τα μάτια του ξάδερφου. Και της σχηματισμένης ήδη γύρω τριγύρω ομήγυρης. Στόματα ανοιχτά, συνέχεια αποδαγκωμοί καταπτόησης, κινήσεις της κεφαλής, το ίδιο και σε κάθε άλλο περιγραφόμενο κατοχικό δεινό της πόλης, όπως:
– Χώρια τα μπλόκα κάθε τόσο! Μπλόκα… συλλήψεις… ξύλο… βασανιστήρια… κάτεργα… εκτελέσεις…
– Και εκτελέσεις;
– Επιτόπου!
– Ιιιι!
– Και επιπλέον βομβαρδισμοί… Κάθε λίγο και λιγάκι συναγερμός… Σειρήνες, τρεχάλες, στριμωξίδι στα καταφύγια, βόμβες, μπαμ μπουμ… Κλάματα, φωνές, κακό, φωτιές, γκρεμίσματα, τραυματισμοί, νεκροί…
Εμβρόντητος ο γύρω τριγύρω μαζεμένος κόσμος από τις περιγραφές, ζητώντας   ένας επεξήγηση με διασαφητική ερώτηση:
– Δηλαδή; Κόλαση;
– Η αποκάλυψη του Ιωάννου!
                                                              *
ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΑ στο χωριό αυτά, για την κατάσταση στις πολιτείες. Καλά η κατάσταση στο χωριό, του διαβόλου αυτή! Αλλά και προ του πολέμου το ίδιο… του διαβόλου και προ του πολέμου! Κάτι παραπάνω τώρα – όχι ‘κάτι’۰ πολύ – με τις λεηλασίες των Ιταλών… του διαβόλου και του τριβόλου! Αλλ’ αυτό της πόλης το κακό; Ανήκουστο!
– Ώστε έτσι, λοιπόν, στην πόλη;
– Έτσι και χειρότερα!  
– Τότε, δικαίως του λόγου η επιστροφή!
Ομόθυμη συγκατάνευση της ομήγυρης, επικροτώντας ο ένας μετά τον άλλον την πρώτη άποψη/συμπέρασμα. Ο επιπλέον ένας:
– Ναι, ναι, δικαίως του λόγου!
Ο άλλος και δυο τρεις ακόμα συγκατανεύοντας μαζί:
– Τι, ψέματα; 
Ο τρίτος και πεντέξι ακόμα συμφωνώντας μαζί του θορυβωδώς:
– Δικαίως, δικαίως! Ναι, ναι!
Γενική βαβούρα συμφωνίας και αποδοχής.
Αυτά ως προς τα αίτια της επιστροφής. Μια απορία για το αύριο και μεθαύριο της ζωής του συγχωριανού στο χωριό:
– Και τώρα δηλαδής;
– Τώρα, παλιά μας τέχνη… Τσάπα, κι ο Θεός βοηθός!
Σειούμενα κεφάλια στην ομήγυρη. Σειούμενα με την έννοια του ‘αλίμονο’ για τα μελλούμενα ακόμα δεινά του πολέμου. Και συναφή γνωματίσματα από δω κι εκεί:
– Αλίμονός μας!
– Πίσω ’ν’ τα χειρότερα!
– Χειρότερα από τούτα;
– Χειρότερα, ναι!
– Δ’λαδής; 
Αναδρομή σε παλιές προφητείες για τις πολύ πιο δεινές ημέρες ακόμα, δεινές δεινότατες, μέχρι της…ευχής εξόδου των πεθαμένων από τα μνήματα και εισόδου των ζωντανών μέσα – επί λέξει: ‘Εβγάτε σεις οι πεθαμένοι, να μπούμε εμείς οι ζωντανοί’!
Παλιά προφητεία αυτή, του Κοσμά του Αιτωλού (γνωστού και ως Πατροκοσμά, 1714-1779), περασμένη στα λαϊκά στρώματα της Πελοποννήσου μάλλον από τον προφητοδιδάχο Χριστόφορο Παπουλάκο (1770-1861), επισκεπτόμενο χωριά και πολιτείες και συνεγείροντας κόσμο και κόσμο.
     Φτασμένη η προφητεία, ίσως κι απ’ τον ίδιο τον Παπουλάκο κάποια χρονιά ή στόμα το στόμα απ’ τον ένα στον άλλον, ακόμα και στα Κάτω Μηνάγια και πολλές φορές αναφερόμενη από τους γέροντες σε περιπτώσεις απειλούμενων μεγάλων καταστροφών, όπως αυτές του μεγάλου πολέμου της 10/ετίας του 1940. Ακροατής τους πολλές φορές ο ίδιος, μικρός τότε, κι ο τρόμος μου μεγάλος, φέρνοντας στο νου μου το μεγάλο κακό – ‘μες στα μνήματα οι ζωντανοί;! Ίιιι! Ανατριχίλα!’ – κρίνοντάς τα αργότερα όλα αυτά υπερβολές των καλογέρων. Και δη ‘βαρεμένων’ καλογέρων.   
Αμ δε υπερβολές… Θλίψη και ανατριχίλα η εντρύφηση/αναδίφηση/μελέτη του Μικρασιατικού 1922! Θλίψη, ανατριχίλα, τρόμος – σκηνές καταφυγής ακόμα και μέσα στους τάφους, σωτήρια καταφυγή, μπρος στο γενοκτονικό τούρκικο μαχαίρι, επαληθεύοντας πέρα για πέρα την τρομερή εκείνη προφητεία!
Φόβοι, λοιπόν, για τα μελλούμενα δεινά της κατοχής και επισφράγισή τους με την προφητεία του 18ου αιώνα. Μελλούμενα ταμπλάς στο κεφάλι των ακόμα επίδοξων δραπετών από τα χωριά προς τις πόλεις για καζάντια και προκοπές, μακριά από την
«τουράγνιση»
του χωριού. Ταμπλάς και…στον άνεμο φουμιές και μπιχλιμπίδια:
– Α’ σιχτίρ και το ρολόι στο χέρι!... Πφ!
– Α’ στο διάολο και τα γυαλιά της γλεπής!... Πφ!
  Ώστε χωριό και πάλι χωριό, και επιστροφή άρον άρον!
                                                              *
ΕΥΠΡΕΠΙΣΜΟΙ στο παρατημένο πατρικό. Σάρωμα της αυλής… Ξαναζέσταμα της γωνιάς… Ξαναστρώσιμο του ξύλινου κρεβατιού… Ξανάναμμα του λαδολύχναρου… Πολλά τα… ‘ξανά’ – σωρό πράματα ξανά στην ενεργό υπηρεσία.
Σκουριασμένα, αραχνιασμένα, παλιωμένα, γέρικα πράματα, με τις ώρες σκυμμένη πάνω τους η κυρα-Νίτσα (η κυρα-Νίτσα, η κυρα-Ντίνα, η κυρα-Σωσώ, η…η…η…), παστρεύοντάς τα ένα ένα και εντάσσοντάς τα στην υπηρεσία της…ζωής!
Αυτή η καλοζωισμένη στην πόλη, με σπίτι μέγαρο, προίκα της, με το ηλεκτρικό του, με τις βρύσες του μέσα, με το πλυσταριό του, με το ένα του, με το άλλο του, το παράλλο του… Αυτή τώρα σε τέτοιο χάλι; Νερό από τη βρύση με τη βίκα στον ώμο ή τη βαρέλα…Αυτή; Μαγείρεμα στη σεδεροστιά με φωτιά από κάτω καίγοντας ξύλα… Αυτή; Ο παλιός φούρνος, τι παιδεμός με δαύτον για το ψωμί… Κι άλλα… Κι άλλα…
Ώρες ώρες βουρλισιά στο κεφάλι της... Ώρες ώρες βουή στα μελίγγια της… Ώρες ώρες στο τσακ για κρεπάρισμα η γυναίκα… Συχνά πυκνά σφιχτήρες τα χέρια της γύρω στο μέτωπο με ταυτόχρονες τσιριχτές θείες επικλήσεις:
– Χριστούλη μου, Χριστούλη μου, Χριστούλη μου!
Και ώρες ώρες αποφασισμένη για αναμέτρηση με τα δύσκολα, βρίζοντας κιόλας τον εαυτό της:
– Κακό σου καιρό, Νίτσα (Νίτσα, Ντίνα, Σωσώ…)Καλομαθημένη και κολοκύθια! Εδώ… Ή ταν ή… ‘πιτάς’,  αλλιώς άει στο διάβολο!
«Ή ταν ή… ‘πιτάς’!», λοιπόν, και απάνω κατ’ απάνω στον τσακωμό με τα…μεγαλεία (!) του χωριού – τις αφάνταστα τραχιές δυσκολίες. Απάνω κατ’ απάνω.
     ΜΟΝΟΣ και διπλός ο άντρας  απάνω σε κάτι ‘κουμμούτσια’ γη, ένα το κηπάκι πλάι στο σπίτι, άλλο ένα το χρόνια και χρόνια χέρσο χωραφάκι στα ακραία όρια του χωριού, ένα τρίτο το ‘τιμάχι’ ελιές – εφτά ρίζες – στο Βαθύρεμα, κι ακόμα ένα ρουμάνι στην ‘Κορακόραχη’, όλα μαζί ενάμισι στρέμμα, απούλητα τόσα χρόνια, ευτυχώωως!
Μονός, διπλός και μάνι μάνι ξελογγώματα, ξεκλαρίσματα, ξεπετρίσματα, σκάψιμο, σκάλισμα, τσάπισμα, πρώτο, δεύτερο και τρίτο χέρι, πότε ξινάρι στο χέρι, πότε κασμάς, πότε αξίνα, πότε φκυάρι, πότε γράβαλο – όλα παλιά του τέχνη.
Φουσκάλες στις χούφτες του όλο δροτσίλα… Δύσκολο το παίξιμο της χούφτας, ήτοι άνοιγμα-κλείσιμο, κάνα δυο εβδομάδες… Ένα μισάνοιχτο πράμα εκεί πέρα, σα μισοζώντανος κάβουρας ανάσκελα!
Τα μπράτσα του ‘πιασμένα’ – μόνε μόνε σειώντας τα κάτι ημέρες. Οδυνηρή, οδυνηρότατη η απότομη κίνηση, συχνά με παρατεταμένο επιφώνημα:
– Ωωωχ!
Αγάλια αγάλια η επαναφορά του… άτακτου χεριού στη θέση του. Πλάτες, κορμί, μέση, όλο αχ και βαχ για δαύτα:
– Ω, οι πλάτες μου!
– Ω, το κορμί μου!
– Ω, η μέση μου!
Πολύ καιρό ασάλευτη η ορθοστασία του. Ντρίτο το κορμί. Και αταλάντευτο. Και το περπάτημά του μονοκόμματο, κλειδωμένες οι αρθρώσεις του! Ούτε σείσμα ούτε λύγισμα! Σύγκορμο το λοξοκοίταγμά του! Και για αλλαξοβλεμμάτισμα; Αργή, αλύγιστη, ολόσωμη στροφή!
                                                              *
ΠΡΩΤΟ, δεύτερο χρόνο κότες στην αυλή… Κατσίκα στον κηπάκο… Κουνέλια στο παράσπιτο… Απ’ τον πρώτο κιόλας χρόνο ξεχασμένες οι πολυτέλειες της πόλης. Το αστραφτερό πλακόστρωτο… Η μαρμάρινη σκάλα… Η σιδερένια εμπατή… Τα τούτα και τα κείνα στο μέσα του σπιτιού... Τα τούτα και τα κείνα της κυρίας… Τα τούτα και τα κείνα του κυρίου… Τα πάντοτε φρέσκα φόρια τους, τα πάντοτε γυαλισμένα πατούμενα, τα ‘σεις’, τα ‘σας’ και ‘κύριε’ και ‘κυρία’. Όλα παρελθόν αυτά. Και άρον άρον ένταξη στον τραχύ κώδικα του χωριού.
Φόλες στα πατούμενα, μπαλώματα στα φόρια, αχτένιστα μαλλιά… Εκπτώσεις και εκπτώσεις. Εκπτώσεις, ακόμα κι απ’ τα ‘σεις’ τους και τα ‘σας’ τους… ‘Κυρ’ τώρα, όχι ‘κύριε’, ‘κυρά’ τώρα όχι ‘κυρία’. Συχνά τώρα ούτε κι αυτά. Αλλά τα ανοίκεια ‘ρε’ και ‘μωρή’. ‘Ρε Πέτρο!’… ‘Μωρή Σωσώ!’…        
Και το πιο χτυπητό με τον καιρό; Οκάδες η φύρα τους. Από τον παιδεμό. Από τα χειρωνακτικά έργα. Πολλά τα τέως: τα γυαλιστερά τους μάγουλα۰ τ’ αφράτα χέρια τους۰ το προκοίλι του κυρίου۰ οι γάμπες της κυρίας. Όλα τέως. Τώρα; Καταγωνισμένα πρόσωπα, χοντροπετσιασμένα χέρια, χαχόλικα τα παντελόνια του κυρίου και οι γάμπες της κυρίας άγαρμπες, μαυρισμένες, γρατσουνισμένες. Αζήλευτες.
Βαρύ το κόστος της διαβίωσης στο χωριό – μια εξήγηση: στο τότε χωριό – για την επιβίωση τα δύσκολα, τραχιά και μαύρα κι άραχλα χρόνια του πολέμου.    
                                                            ***      

Δεν υπάρχουν σχόλια: