Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Ο πόλεμος στην Αλβανία

Εφημερίδα "Σημαία", 03.04.1941
Εκείνα τα χρόνια
Τροφεία στη γενέτειρα
«Ο πόλεμος στην Αλβανία»
                                           
Του Θ. Κ. Μπλουγουρά
                                                                             =============

ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ οι κωδωνοκρουσίες στο χωριό πρωί Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου 1940. Ξάφνιασμα ξεγυρισμένο. Πόλεμος! Εισβολή των Ιταλών στη χώρα από την Αλβανία, επιστράτευση ηλικιών και ηλικιών για απόκρουσή τους. Πόλεμος!
Η μια κοντά στην άλλη οι ηλικίες επιστράτευσης. Καρδιοσωμός η κάθε τέτοια είδηση – πολλές οι τέτοιες ειδήσεις κάθε ημέρα τον πρώτο καιρό. ‘Κρακ!’ κάθε τόσο η καρδιά. Του μεγάλου, του μικρού η καρδιά, η αντρική, η γυναικεία…
Κοψοχόλισσες οι σχετικές ανακοινώσεις γειτονιά τη γειτονιά, σπίτι το σπίτι:
– Κι άλλη ελικία για την Αλβανία…
– Κι άλλη ελικία…
– Κι άλλη… 
Επίκληση της Παναγίας-Σκέπης για τους οικείους με κάθε είδηση. Επίκληση, δέηση, προσευχή:
– Παναγία μου, ο Γιώρης…
Εδώ ‘ο Γιώρης’, εκεί ‘ο Κώστας’, δίπλα ‘ο Νίκος’, παραδίπλα ‘ο Στάθης’, αλλού ‘ο Τάσος’, ‘ο Κώστας’, ο ένας, ο άλλος, ο παράλλος… Όλοι οικείοι: δικοί, γειτόνοι, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, συγχωριανοί, κοντοχωριανοί…  
Κάθε τόσο όλο και περισσότεροι οι απόντες, όλο και περσότερα τα κενά, οι άδειοι τόποι. Το στρώμα, η κάμαρη, το σπίτι, η αυλή, η ρούγα, η γειτονιά, το στέκι, το μαγαζί, το χωριό, η συγγένεια πέρα, η φιλία, η γνώρα – παντού κενά! Κάθε τόσο κι άλλα κενά… κι άλλα…. κι άλλα… κι άλλα… ‘Κρακ!’ στην καρδιά το κάθε κενό, ‘κρακ!’ το κάθε άδειασμα!
Πολλά τα κενά, πολύ το άδειασμα, πολύς ο καρδιοσωμός – πολύς ο κόσμος ο φευγάτος για την Αλβανία, για το μέτωπο, για τον πόλεμο!
                                                              *
ΤΙΓΚΑ φήμες το κενό. Φήμες άσκημες, κακές, δόλιες, φόνισσες! Για τις καιρικές συνθήκες στον τόπο του πολέμου. Τι βροχές τάχα – ο κατακλυσμός του Νώε! Τι λάσπες – ρουφήχτρες των ποδιών! Τι χιόνια – ένα μπόι εκεί το χιόνι, και περσότερο! Και κρύο, κρύο, κρύο – Σιβηρία, τέτοιο κρύο! Κρύο των κρυπαγημάτων, των ακρωτηριασμών, του θανάτου…
Φήμες βόλια αυτές. Βόλια ίσια στην καρδιά, στο σώψυχο, στο σθένος, στο κουράγιο.     
Βαρύς ο πόνος για τους πίσω οι φευγάτες «ελικίες» για τον πόλεμο, ασήκωτος!
Πόνος ξεπόνος, εκεί όμως, φυλαχτάρι νύχτα ημέρα η φλόγα σκέψη της γυναίκας:
– Καλέ μου…
Αμαζόνα στο πλάι του γιου η έγνοια ο γονική:
– Γιε μου…
Ζεστή ζεστή, φωτιά, η αδερφική συλλόγιση:
– Αδερφέ μου…
Κοντά και του μικρού παιδιού η τρυφερότητα:
– Πατερούλη…
Ίδια η συνέχεια σε όλα. Ευχή και προσευχή και δέηση και λαχτάρα η ίδια στη σκέψη της γυναίκας, στην έγνοια τη γονική, στη συλλόγιση την αδερφική και στην τρυφεράδα του παιδιού: ‘‘Ο Θεός μαζί σου!’’
‘‘Καλέ μου (γιε μου, αδερφέ μου, πατερούλη), ο Θεός μαζί σου! Η Παναγιά μαζί σου! Ο Θεός και η Παναγιά μαζί σου!’’      
Ημερόνυχτα, εβδομάδες, μήνες η συστράτευση της σκέψης, της έγνοιας, της συλλόγισης, της τρυφεράδας… Συστράτευση στον πόλεμο με τον πολεμιστή.
                                                               *
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ κάθε δυο ή τρεις ημέρες στο χωριό. Όλοι οι χωριανοί τριγύρω του, μικροί, μεγάλοι, γυναίκες, άντρες, γέροι, γριές, καρδιοχτυπώντας για γράμμα από τους φαντάρους.     
Τι πράμα εκείνο το ανοιχτό δελτάριο – ανοιχτό, ναι, για ευκολία της κρατικής λογοκρισίας, απαγορεύοντας το κράτος εν ώρα πολέμου γράμματα λυπητερά μεταξύ φαντάρων και οικείων τους – τι πράμα, αλήθεια, αυτό το γράμμα στα χέρια των οικείων με τη γραφή και την υπογραφή φάτσα μόστρα του ‘δικού’ ανθρώπου! Πρεσβευτής ζωής, προσωπικό διαπιστευτήριο, μαρτυρία ανάσας/δράσης/κίνησης, ήτοι  κ α ι  ζωντανός ο ‘δικός’ άνθρωπος  κ α ι  υγιής  κ α ι  ακέριος!
Το ’να κοντά στ’ άλλο τα δοξαστικά:
– Δόξα σοι, ο Θεός! Δόξα σοι, ο Θεός! 
Ακράτητο το αίσθημα της γυναίκας μάνας και της γυναίκας συζύγου, πλαστουργός η φαντασία, δίνοντας στο γράμμα πνοή, ζωή, διαστάσεις, μορφή, σχήμα, σώμα, κορμί – το κορμί του οικείου ανθρώπου, του δικού, του αγαπημένου, πλαστουργημένο ολόιδιο, ζεστό, με σάρκα και οστά και μάτια και μιλιά!
Θώρημα και ξαναθώρημα, φιλιά κι άλλα φιλιά, αγκάλιασμα και ξαναγκάλιασμα, και κουβεντούλα του καλού καιρού με την πρώτη και τη δεύτερη και την πολλοστή ανάγνωση!... Λέξη και επιφώνημα, φράση και προσφώνηση, αράδα και δοξαστικό!...
Αίσθηση και ψευδαίσθηση και παραίσθηση, όλα ένα πράμα αυτά, ένα και το αυτό!... Τι φανταστικό κι ονειρικό, τι πραγματικό και χειροπιαστό, όλα ένα αξεδιάλυτο πράμα αυτά!...
Τι πράμα, αλήθεια, ναι, εκείνο το ειδικό ανοιχτό δελτάριο με τα γράμματα και τη γραφή του στρατιώτη! Ίσον Μεγάλη Λαμπρή, Ανάσταση, Χριστός Ανέστη!
Από την άλλη τι στάλες βάλσαμο για όλη την ομήγυρη γύρω από τον ταχυδρόμο τα νέα από το στόμα του, τα κουβεντιαστά, απαντήσεις του στις ερωτήσεις τους:
– Τι νέα, κυρ ταχυδρόμε;
– Καλά. πολύ καλά τα νέα!
Ιλαρότητα στα πρόσωπα, μειδίαμα στα χείλη, ευχή στο στόμα:
– Μακάρι!
Καλή, ναι, αυτή η γενικότητα – ‘πολύ καλά τα νέα’ – σαν πρώτη στάλα, αλλά λίγη για τους ‘διψασμένους’ για περσότερα νέα χωριανούς. Και λίγο μετά το ‘μακάρι!’ τους, άλλη ερώτηση:
– Δηλαδή, κυρ ταχυδρόμε;
Βάλσαμο, ‘βαλσαμότατο’ – να το ειπώ έτσι – κάθε φορά εκείνο το νέο!
Τη μια η απώθηση πέρα από τα σύνορα:
– Τους πετάξαμε έξω τους άτιμους!
Έτσι ακριβώς: «Τους  π ε τ ά ξ α μ ε!» Το συμμετοχικό στους θριάμβους α΄ πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος! Στα ελληνοαλβανικά σύνορα το ιστορικό γεγονός, στην κάθε εσχατιά της χώρας – και στα Μηνάγια! – η συμμετοχή στα δρώμενα, «τους π ε τ ά ξ α μ ε  έξω!» Ποιοι; Όλοι! Εγώ, εσύ, ο διπλανός, ο παραδιπλανός, όλοι οι Μηναγαίοι – κ α ι  ο ταχυδρόμος μαζί! Οιονεί συμμέτοχοι και πρωτεργάτες/δράστες της ηρωικής πράξης όλοι μας και άρα δικαιούμενοι μερίδιο θριάμβου, δόξας και μεγαλείου, όπως και οι φαντάροι της πρώτης γραμμής! Ταύτιση με τους ηρωικούς δράστες δια του α΄ πληθυντικού προσώπου του ρήματος στον αόριστο χρόνο – «τους σκίσαμε!» 
Τι λυτρωτική η επενέργεια στο σώψυχο του χωριού τότε! Χαρά, ενθουσιασμός, υπερηφάνεια, επιφωνήματα, εκφραστικές συσπάσεις, χαρακτηριστικές κινήσεις, συσσωρευμένο άχτι:
– Α, τους άτιμους! Ο ένας με σφιγμένα δόντια.
– Εχ, τους πρόστυχους! Ο άλλος  με την μπουνιά έτοιμη.
‘‘Τους άτιμους’’, ‘‘τους πρόστυχους’’, τους ποίσιους, τους δείξιους, τους έτσι, τους αλλιώς… Χαρές μεγάλες, όχι ψέματα!
Την άλλη φορά η κατάληψη της Κορυτσάς… Την άλλη της Κλεισούρας… Κατόπι  του Αργυρόκαστρου… Ελβασάν μετά… Πόγραδετς… Το ένα, το άλλο…
Και η φόρτσα σίγουρη προοπτική της τελικής νίκης την άνοιξη του 1941, με  σμπαραλιασμένη την εαρινή επίθεση των Ιταλών – τι βάλσαμο νέο κι αυτό!
Άλλο το ύφος του ταχυδρόμου εκείνη τη φορά. Ανεβάσταγα γελαστό. Ευχάριστα περιεργεμένοι από το ύφος του και οι χωριανοί. Ακράτητος ο ταχυδρόμος:
– Σε είκοσι ημέρες τέρμα! Το πολύ σε ένα μήνα!
Σμήνος γύρω του ένα πιο ανεβάσταγο ακροατήριο:
– Τι τι, τι, τι;!
– Αυτό! Τέρμα ο πόλεμος!
Γουρλωμένα μάτια, τεντωμένα αφτιά, ανεβασταΐλας το ανάγνωσμα:
– Δηλαδή, δηλαδή, δηλαδή;!
Τι αισιόδοξη προοπτική! Τεπελένι στο χέρι τάχα σε λίγες ημέρες, Αυλώνα μετά, κατόπι Τίρανα και… στη Θάλασσα! ‘Το πολύ σε ένα μήνα’ αυτό. Νέο από τα νέα αυτό, όχι ψέματα! Και με ωραίο επίλογο από ψηλά το άλογο:
– Α’ στο διάολο πια με δαύτους!
Λάμψη στου χωριού τα πρόσωπα; Ούτε άλλη τέτοια ποτέ στην Ιστορία του!
                                                              *
ΚΑΙ ΞΑΦΝΟΥ όλα ανάποδα από 6/4/1941! Αξαφνιά, ζαλάδα, σάστιση, ίλιγγος – ο ουρανός σφοντύλι δηλαδή! – σαν από ξεγυρισμένη ανάποδη στα μελίγγια! Τέτοια η αίσθηση από τα «μαύρα κι άραχλα» νέα ένα βράδυ στο μαγαζί:
– Τι νέα απόψε; 
– Μαύρα κι άραχλα!
– !!!
– Κατάρρευση του μετώπου!
– Τιιι;!
 – Οι Γερμανοί…
Ήπατα, καρδιά, χολή, σπορίδια όλα. Ανακάθιση, αγωνία, απορία:
– Τώρα;!
– Υποχώρηση. 
Απίστευτο των απιστεύτων αυτό. Προσβολή το πράγμα.
– Υ πο χώ ρη ση;! Που μέχρι χτες… 
– Και άτακτη μάλιστα!
– Ιιιι!
Και χτύπημα της παλάμης στο μηρό:
  – Πωωωπω!
Κοπετός στα σπίτια των στρατευμένων:
– Το παιδί μου…
– Ο άντρας μου…
 – Ο αδερφός μου…
– Ο πατέρας…
Σπαζοκεφαλιές στα στέκια:
– Πώς διάολο!...
– Μαθές. Πώς;…
– Αδιανόητο… 
Εικασίες, γνώμες, εξηγήσεις, συνειρμοί:
– Προδοσία!
– Φως φανάρι!
– Οι Μεγάλοι…
– Ναι, οι άτιμοι!
– Τα ίδια της Μικράς Ασίας! Τάλε κουάλε…
– Ναι, γεια σου! Στο παραλιγουλάκι Κόκκινη Μηλιά τότε – συντριβή των Τούρκων!   
– Έτσι και τώρα! Στο παραλιγουλάκι πέταμα των Ιταλών στη θάλασσα!...
                                                              *
ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, δέκα ημέρες μαραμένο το χωριό – ούτε γράμμα ούτε γραφή από τους στρατευμένους. Ταχυδρόμος ναι, γράμμα όχι.
Σβουριχτή στα μελίγγια των οικείων εκείνο το ‘όχι’. Συσπάσεις, αποδαγκωμοί, θολούρα, υπόνοιες, υποψίες, συν κάτι όνειρα τις νύχτες τα έρμα, αγωνία, πλανταγμός.
– Κάνα νέο κανέμ, κυρ ταχυδρόμε;
– Νέα… του ραδιοφώνου του κεντρικού καφενείου από χτες το βράδυ.
 Τι θολά κι εκείνα τα νέα… Τίποτα ξεκάθαρο για τους στρατευμένους. Για την υποχώρηση των συμμάχων μόνον, Άγγλων, Aυστραλών και Νεοζηλανδών, «εις νέας αμυντικάς θέσεις και λυσσώδεις μάχαι κατά των Γερμανών και των Ιταλών εις την περιοχήν του Ολύμπου». Αυτά.
Αυτά, και πουλί κι αέρας πάραυτα, φήμη διαλαλήτρα, σπίτι το σπίτι το τελευταίο νέο, σέρνοντας μαζί του κι ένα…«λυσσώδες»! Όχι «λυσσώδεις» από το «λυσσώδεις μάχαι», όχι αυτό. Αλλά ένα άκλιτο και α-γενές (χωρίς γένος) «λυσσώδες».   
Λόγου χάρη σε τούτη τη γειτονιά:
– Στον Όλυμπο το κακό!
– Τι πράμα;
– Λυσσώδες μάχες! 
– Ιιιι!
 Στην άλλη γειτονιά:
– Συντελεμός στον Όλυμπο!
– Δηλαδή;
– Λυσσώδες μάχη!
Και στην παρακάτω:
– Λυσσώδες συγκρούσεις!!
– Πού;
– Στον Όλυμπο!
– Πόλεμος;
– Λυσσώδες!
– Ιιιι!
Πολλή η γοητεία τότε σ’ όλους μας αυτού του πτωτικώς ακίνητου ‘λυσσώδες’! 
                                                              *
ΙΤΑΛΟΙ, Γερμανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Έλληνες, όλοι φύρδην μίγδην ανακατεμένοι μέσα στα νέα φήμες των πρώτων ημερών για τα διαδραματιζόμενα στη γραμμή του Ολύμπου – στις…«λυσσώδες μάχες», στον…«λυσσώδες πόλεμο», στις… «λυσσώδες συγκρούσεις».  Πολλά τα «λυσσώδες», τίποτα το βέβαιο, πολλή η σύγχυση, πολλή η στενοχώρια, πολλαπλασιαζόμενη κάθε ημέρα κ α ι  επί τους οικτιρμούς των γυναικών μεταξύ τους, δήθεν παρηγορώντας η μια την άλλη:
– Κάνα νέο από το παιδί σου, μωρ’ έρμη;
–Μπα, όχι. Συ από τον άντρα σου, μωρ’ καλιακούδα; Νιόπαντρη κιόλας καψερούλα;
– Τίποτα!
Στροφή στην άλλη:
– Συ,  μωρ’ κουρούνα, από τον αδερφό σου;   
– Ούτε.
«Έρμη» η μάνα, «καλιακούδα» η νιόπαντρη, «κουρούνα» η αδερφή – παρηγοριές αυτές, όχι ψέματα! Κοτρωνάτες! Αποτέλεσμα; Πλανταγμός και ψυχοπλάκωση ρούγα τη ρούγα σε όλο το χωριό.
                                                                    *
ΑΛΛΕΣ φήμες σωρό τις επόμενες ημέρες. Μια πρώτη:
«Ελεύθεροι οι φαντάροι, ελεύθεροι!»  
Ευχές και δοξαστικά στο χωριό:
–Ελεύθεροι, δόξα σοι ο Θεός!
– Μακάρι! Δοξασμένο το όνομα του Κυρίου!
– Αμήν, Παναγία μου, αμήν!
Χαρές, πανηγυρισμοί, προσδοκίες για την επιστροφή των φαντάρων:
– Σε δυο, σε τρεις ημέρες, πέντε το πολύ… 
– Πολλές οι πέντε, πολλές! Τρεις!
– Και οι τρεις πολλές! Δύο!
Μια άλλη σε λίγες ημέρες:
«Ελεύθεροι, ναι, αλλά περπατώντας, λόγω επίταξης των τραίνων από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς».
Σκυθρωπά πρόσωπα, άγχος, αγωνία, στενοχώριες:
– Ιιιι! Επίταξη;! Το κέρατό τους… 
– Τόσο δρόμο… Πείνα…Δίψα… Αποστασίλα…
– Χριστέ  μου! 
Μια τρίτη ακόμα χειρότερη:
«Έξωση των λαβωμένων από τα νοσοκομεία».
Θρύψαλα η ψυχή – δεήσεις κι επικλήσεις:
 – Έξωση! Ιιιι! Δέσποινά μου, το έλεός σου!  
– Έξωση τραυματισμένων… χειρουργημένων… αναπήρων… Χριστέ κι Απόστολε!
                                                              *  
ΤΕΛΟΣ εβδομάδας και τίποτα, καμιά επιστροφή στο χωριό. Αγωνία, στενοχώρια, σκασίλα. Πρόχειρα αγναντέματα από τις Καμάρες κι από το ψήλωμα της εκκλησιάς προς Βγένα, Κοτρώνι και Κακοσκάλι. Για τους από Λογγά μεριά πεζούς. Κι άλλο ένα κορφή στο Καλντερίμι προς Δέσποινη αγναντεύοντας. Για τους από Χαντρινού μεριά πεζούς. Με την παραμικρή κίνηση εκεί, σινιάλο στο χωριό.  
– Στο Κοτρώνι ένας! 
Ή:      
– Στη Δέσποινη  ένας! 
Σε λίγο πλήθος κόσμου, άντρες, γυναίκες, παιδιά στα ψηλώματα, άλλος άλλο διακρίνοντας και φωνασκώντας:
– Φαντάρος!
– Άντρωπος!
– Φαντάρος!  
– Άντρωπος!
Διαφωνίες ακόμα και για τα φόρια του πεζοπόρου:                     
 – Σκουτιά!
– Χακί!
– Σκουτιά!
– Χακί!
Κομάντο σε αποστολή αναγνώρισης τα παιδιά, τρέχοντας του σκοτωμού στη μια ή στην άλλη μεριά κι επιστρέφοντας αστραπή με την ‘πραγματικότητα’ στο στόμα:
 – Άντρωπος!
                                                                  *
ΚΑΙ ΟΙ διαδόσεις στο μεταξύ πολλές, ασύδοτες και ανεξέλεγκτες. Τα γερμανικά αεροπλάνα τα πρόστυχα κίνδυνος θάνατος για τα πεζοπόρα στρατεύματα της συμμαχικής προς νότο υποχώρησης. Προς τα νότια της Πελοποννήσου, για διαφυγή προς Αίγυπτο. Γεμάτοι όμως οι δρόμοι της Πελοποννήσου κι από Έλληνες φαντάρους. Άρα; Κίνδυνος θάνατος και για τους έλληνες τα γερμανικά αεροπλάνα. Πλανταγμός στο χωριό αυτό το νέο. Στις γυναίκες ψυχοπλάκωση.
– Τ’ ακούς, μωρή;
– Τι;
– Αερόπλανα στους δρόμους!
– Ιιιι! Αερόπλανα;
– Ναι, τα μαγκούφια! 
– Ψάχνοντας για δικούς μας;
– Εμ; Μέσα και οι δικοί μας… στους δρόμους…
Σε επίπεδο ανδρών την άλλη ημέρα η συζήτηση:
– Τιιι; Ιταλοί σε μας;!
– Ιταλοί, ναι. Ούλη η Πελοπόννησο!
– Φτου! Καλύτερα Γερμανοί πέρι Ιταλοί! 
 – Οι Γερμανοί;! Ανώτερος κόσμος, πολιτισμένος!
Χρονών φιλογερμανική και αντιιταλική προπαγάνδα στη χώρα… με απόληξη, τώρα με τον πόλεμο, και στα Μηνάγια – κτήνη τάχα οι Ιταλοί, ενώ οι Γερμανοί, άλλο πράμα οι Γερμανοί! Αυτό, παράλληλα με ένα υπέρτερο φιλοαγγλικό φρόνημα του χωριού από προπολεμικά (‘κατομμύρια κεφάλια οι Άγγλοι, δισικατομμύρια λεφτά!’).
Και…σκληροί, πολύ σκληροί οι Άγγλοι προς τους γερμανόφιλους Έλληνες. Υποχωρώντας τάχα και βρίσκοντας εδώ κι εκεί τέτοιους; Μπαμ και κάτω! Συχνά και με ανάποδες αγγλικές γροθιές στο στομάχι. Και με κλωτσιά στο σβέρκο!
Απορία μεγάλη στην ομήγυρη γι’ αυτό το τελευταίο – ‘κλωτσιά σβέρκο’!:
– Στο σβέρκο;! 
– Στο σβέρκο, ναι!
– Πώς διάολο! Κλωτσιά στην κοιλιά, ναι. Αλλά στο σβέρκο;
– Οι Εγγλέζοι; Μαστόροι!
‘Μαστόροι οι Εγγλέζοι’, και μάλιστα παράφταστοι, στο γροθοκλωτσομπούνι. Γροθιά στο στομάχι, δίπλωμα στα δύο του άλλου – ίδιος…σουγιάς! – και πάραυτα κατεβατή  κλωτσιά στο σβέρκο! Ε, στον τόπο ο άλλος! Εμβρόντητο το ακροατήριο:
– Τέζα:!
– Ούτε κιχ!
– Α’ στο διάολο!
Μαχαίρι στη γερμανοφιλία. Ούτε λέξη πια! Για το φόβο των Εγγλέζων. Τάχα ντυμένοι χωριάτες οι Εγγλέζοι κατηφορίζοντας για τα παραθαλάσσια της Κορώνης, για κάνα πλεούμενο, και όπου γερμανόφιλος κανείς; Εκτέλεση επιτόπου. Και με κλωτσιά στο σβέρκο, βέεεβαια!
Τέτοια κι άλλα τα θρυλούμενα εκείνες τις ημέρες στο χωριό, παράλληλα με την αδημονία όλο εντονότερη και ψυχοδιαλυτικότερη για τους δικούς από την Αλβανία.
Κι ένα σημείο πράμα: έξω οι Ιταλοί από το γροθοκλωτσομπουνικό ενδιαφέρον των Εγγλέζων. Γερμανοί μόνο! Και γερμανόφιλοι! Ούτε κουβέντα για Ιταλούς και ιταλόφιλους. Καμία! Αφημένοι αυτοί στην άκρη ως κάτι ασήμαντο.
                                                              *
ΞΑΦΝΟΥ φωνές παιδιών ένα απόγευμα, τρεχάματα, χαμός από το έμπα του χωριού ίσαμε της εκκλησιάς την πόρτα:
– Τα συχαρίκια! Τα συχαρίκια!
 Πολλά στόματα, οχτώ, δέκα, παραπάνω, σε υπερλειτουργία! Άλλα συγχρονισμένα, άλλα ασυγχρόνιστα, άλλα αρχίζοντας, άλλα τελειώνοντας, άλλα ολοκληρώνοντας τη λέξη, άλλα πετσοκόβοντάς τη – «τα συχάρια!» – από την πολλή βιάση, χαμός!
Βιάση στα πόδια κάτω, βιάση στα στόματα πάνω, βιάση γλωσσική, βιάση τρεχαλητική, κουρνιαχτός κι αντάρα στη στράτα, και οι ερωτήσεις απανωτές κι όλο ανεβασταγιά από τα πρώτα σπίτια:
– Ποιος; Ποιοός; Ποιοοός;  
Τίποτα αυτά, καμιά απάντηση, κουρντισμένα μόνο για τρεχαλητό και φωνές:
– Τα συχαρίκια! Τα συχάρια! Τα συχαρίκια! Τα συχάρια!
Επίμονη και η ανεβασταγιά από τα πρώτα σπίτια:
– Ποιος, μωρ’ αχρόνιαγα! Ποιοοοός;!
 Αναμενόμενη από ώρα σε ώρα η εμφάνιση των φαντάρων από την Αλβανία – νισάφι πια, κοντά δυο εβδομάδες τώρα! – και σίγουρα ένας απ’ αυτούς, αλλά ποιος;
– Ε, μωρ’ αχρόνιαγα; Ποιος, ποιος;
Ανάμεσα τρεχαλητό και φωνές η απόκριση:
– Τα συχαρίκια, ο Νίκος!
Χαμός με την είδηση στα πρώτα σπίτια: «Ο Νίκος! Ο Νίκος! Ο Νίκος!»  Χαμός και στου Νίκου, φωνές, χαρές, αντάρα! Χαμός και σ’ όλο το χωριό, μικροί, μεγάλοι, γυναίκες, άντρες, όλοι στο τρεχαλητό για το έμπα του χωριού, παρατώντας όποια κι όποια δουλειά εκείνη την ώρα για την υποδοχή του δικού, του συγγενή, του γείτονα, του φίλου, του χωριανού. Με δρώμενα υποδοχής και καλωσόρισης στην αυλή.
                                                                  *
ΙΣΟΝ φαμελιά το χωριό. Τάλε κουάλε φαμελιά. Μια μεγάλη φαμελιά. Το κάθε χωριό. Το μικρότερο πολύ περσότερο. Ίδιο φαμελιά με το μεγάλο της ‘σ υ ν’: όλοι για τον ένα κι ο ένας για όλους! Παρά το ‘π λ η ν’ πολλές φορές, αυτό της παροιμίας: ‘κακό χωριό τα λίγα σπίτια’. Ένα ‘π λ η ν’ πνιγμένο σε ένα σωρό από ‘μ α ς’: η πλατεία ‘μ α ς’۰ η εκκλησία ‘μ α ς’۰ η βρύση ‘μ α ς’۰το πανηγύρι ‘μ α ς’۰        το σχολείο ‘μ α ς’, το χωριό ‘μ α ς’, ο συχωριανός ‘μ α ς’, η συχωριανή ‘μ α ς’. Κι άλλα κι άλλα ‘μ α ς, πλήθος!
Κρικελάκι το κάθε ‘μ α ς’, συνδετήρας, σύνδεσμος, δεσμός, θεσμός, παρώθηση, κάλεσμα, δικαίωμα, χρέος, όλα μαζί!
Πάντα στ’ ατσάλι η φαμελιά για τα δικά της ‘μ α ς’. Είτε η μικρή είτε η μεγάλη το χωριό. Και στην υποδοχή του ‘τυραγνισμένου’ φαντάρου; Πάνδημη η συμμετοχή. Πάνδημη και θορυβώδης προσέλευση και μέθεξη στα δρώμενα της υποδοχής. Δρώμενα με αγκαλιές, φιλιά κι ευχές, κι επισφράγιση με ποτηριές. Και στη μαρίδα των ‘συχαρικιώνε’ καρύδια απ’ την ποδιά της μάνας ή της γυναίκας ή της αδερφής – «να τε, μωρέ, για το παιδί μου», «να τε, μωρέ για τον άντρα μου», «να τε, για τον αδερφό μου – και ω χαρές στην κάθε αυλή, του Κυριαζόπουλου, του Μιχαλόπουλου, του Κορδογιώργη, του Στάθη, του Πουλακίδα, του Καρούμπαλη, του Καβούρη… και όποιου άλλου. Και στο ‘‘Παραθυράκι του Πέππα’’ η ξεχωριστή υποδοχή του δάσκαλου Κώστα Γέμελου δίπλα στο νοικιασμένο σπίτι του (του Μήτσιου), παραχωρώντας του ο κόσμος εκείνη την ώρα της καλωσόρισης, με το γυλιό και τη χλαίνη στα χέρια ακόμα ο άνθρωπος, παραχωρώντας του, ναι, τιμητικώς το πρεβάζι του παραθύρου ως...πολυθρόνα! Ξεχωριστή για το πολύ πλήθος, συρροή κόσμου, προς απόλαυση της δραματικότητας της αφήγησης – ο δάσκαλος ε; Καλλιτεχνική σμίλη η γλώσσα του! – της ταλαιπωρίας του από το μέτωπο ίσαμε το χωριό, την έδρα του, ακούοντας όλο αποδαγκωμούς οι χωριανοί, ακούγοντας και μη χορταίνοντας, τη διεκτραγώδηση της περιπέτειάς του!
                                                              *
ΕΙΔΙΚΟ κεφάλαιο της κουβέντας, μετά τις αγκαλιές – παρά τις ψείρες, σα σπυριά ρύζι με τη χούφτα πάνω τους οι άτιμες! – και τα φιλιά και τις ευχές, ειδικό κεφάλαιο η ‘πραμάτεια’ στους ώμους των φαντάρων. ‘Πραμάτεια’ από τις διαλυμένες αποθήκες του στρατού.
Μετά την υποχώρηση, ίσον…διάλυση, στην Αλβανία, και προ του εγκλωβισμού από τους Γερμανούς, ελεύθερες κατά τις φήμες οι αποθήκες των μονάδων, πριν από την παράδοσή τους στους Ιταλούς. Τα είδη όλα στη διάθεσή τους, των φαντάρων. Δωρεάν! Κουβέρτες στρατιωτικές, άρβυλα με προκαδούρα, χιτώνια, χλαίνες, παντελόνια, κάλτσες, φανέλες, σκελέες, διάφορα σκεύη, τα πάντα, τα πάντα! Επιμονή της μιας φήμης και της άλλης στη λεπτομερή απαρίθμηση των διαφόρων πραγμάτων, πολλή επιμονή, βουλιμική, αποκαλύπτοντας την ανάγκη θέρισμα του απλού κόσμου της υπαίθρου και του υπαίθρου, μέσα και τα Μηνάγια, από γερά πατούμενα – ‘άρβυλα με προκαδούρα!’ – από κοιμηθιά σκουτιά ολόζεστα – ‘κουβέρτες στρατιωτικές!’ – από φόρια χοντρά γερά ζεστά – ‘χιτώνια, χλαίνες, παντελόνια’ κι όλα τ’ άλλα – ανάγκη θέρισμα και κρυφός καημός γι’ απόκτηση – αχ, πού τέτοια τύχη!            
Και κάτι φήμες τελευταία στο χωριό, αγγίζοντας την… ‘τύχη’, μα τι φήμες! Φήμες για κάτι φαντάρους από κάτι χωριά με κάτι πραμάτειες φορτωμένοι, μα τι πραμάτειες! Προίκες ολόκληρες! Αλλά όλο έτσι: ‘κ ά τ ι’ φαντάροι… ‘κ ά τ ι’ χωριά… ‘κ ά τ ι’ πραμάτειες… Αόριστα πράματα!
Αόριστα ξαόριστα, η φήμη ίσον… ίσον…ίσον – σίιιιγουρα πράματα για τον κόσμο! – κρουστή πραγματικότητα, απτή, χειροπιαστή!
Λοιπόν, τέτοια φόρια φερμένα τυχόν στο χωριό από τους φαντάρους, όπως από κάτι άλλους σε κάτι άλλα, τέτοια φόρια, τέτοια πατούμενα, τέτοια χρειώδη; Ίσον θησαυρός! Και δωρεάν κιόλας; Τύχη βουνό! Στροφή στον ξάδερφο φαντάρο:
– Εσύ, ξάδερφε; Κάνα πράμα; Τίποτα;
                                                              *
Ω, ΕΚΕΙΝΗ η ματιά της ομήγυρης πάνω στον ξάδερφο φαντάρο τη στιγμή της ερώτησης! Όλης της ομήγυρης, των ανθρώπων του σπιτιού πρώτα, των συγγενών ύστερα, των γειτόνων, των λοιπών χωριανών… Βουλιμική ματιά, μια όλο πρεμούρα  προσμονή κι αναμονή κι ελπίδα, όλα μαζί σ’ εκείνη τη ματιά, για θετική απόκριση.  Προσδοκία – φευ! – των ημερών καλλιεργημένη με το ‘κ ά τ ι  φαντάροι, σε κ ά τ ι  χωριά, κ ά τ ι πραμάτειες’, πεσμένο ως πολλά μπουγέλα νερό σε φρυγμένη γη, την αναγκεμένη ζωή τους, καλλιεργώντας – άλλη μια φορά φευ! – τη βεβαιότητα ότι… ‘Φαντάρος απ’ τον πόλεμο; Ίσον το κέρας της Αμάλθειας’1!
Φευ και πάλι φευ, ναι, για τις τέτοιες προσδοκίες, με απώθηση των δυσκολιών της επιστροφής – πεζοπορία από Αλβανία, πορεία νύχτα ημέρα, αποστασίλα, πείνα, δίψα, κίνδυνοι και ‘ο σώζων εαυτόν…’ – απώθησή τους όλων αυτών από το προσκήνιο του ενδιαφέροντος πίσω στο παρασκήνιο. Φερμένος υγιής κι ακέριος  ο φαντάρος στην αυλή του; Πίσω στο παρασκήνιο όλα αυτά, οιονεί δευτεράντζα πράμα πλέον, κι ανέβασμα της…πραμάτειας στο προσκήνιο. «Εσύ, ξάδερφε; Κάνα πράμα; Τίποτα;»   
Επιβιώσεις αυτά, ανεπιγνώστως και μέσω μυστικών ή αφανών διαύλων της ψυχής2, από την παμπαλαία επιστροφή του πολεμιστή κατάφορτου λεία πολεμική! Πόσο παμπαλαία; Γνωστές οι επιτιμητικές φωνές του Θ. Κολοκοτρώνη μπρος στα παρατημένα καραούλια, όντας φευγάτα τα παλικάρια φρουροί για λαφυραγώγηση κατά την οσονούπω, εντός ωρών, άλωση της Τριπολιτσάς!      
Πόσο μάλλον παλαιότερα και παλαιότερα. Και φυσικά επιβιώσεις κι επιβιώσεις.
Αλλά και για το φαντάρο, και τον κάθε φαντάρο, μεγάλη η πρόκληση των ανοιχτών αποθηκών υλικού κατά την άτακτη υποχώρηση, για κάνα ενθύμιο στη ζωή του.
Κι ανάλογη η απάντηση του φαντάρου στην ερώτηση τσίγκλημα του ξάδερφου:
– Εγώ τίποτα, ξάδερφε; Χμ…
Αυτός ‘τίποτα’; Όχι δα!... Σωρό πράματα στον ώμο του! Και στα χέρια του! Και στα πλευρά του! Και στον κόρφο του! Κουβέρτες, χλαίνες, χιτώνια, παντελόνια σκελέες, κάλτσες, ζευγάρι το  κάθε είδος, συν κάτι άλλα διάφορα…
– Και αξίας πράγματα, ξάδερφε, όχι ό,τι κι ό,τι! 
Υποσυριγμοί επιδοκιμασίας στην αυλή, επιφωνήματα θαυμασμού:
– Ώρε Παναγία μου! 
Αλλά το βάρος τους όλο και πιο…βάρος! Και στην πορεία; Ασήκωτο! Οι είκοσι οκάδες λόγου χάρη αρχή αρχή, τριπλάσιες και πενταπλάσιες στην πορεία. Ώστε κάθε ένα δυο χιλιόμετρα, ξαλάφρωμα. Και πολλά τα χιλιόμετρα, πανάθεμά τα! Οχτακόσια; Εννιακόσια; Χίλια; Ώστε  πέταμα…πέταμα… πέταμα… Περίλυπη η αυλή μ’ αυτά:
– Ούλα, ρε;!
– Ξον κάτι ψιλοπράματα. Αλαφρά.
Όλοι ‘κάτι ψιλοπράματα’ στο γυλιό. Τα προσωπικά τους είδη συν κάτι παραπάνω. Ένα επιπλέον χιτώνιο ένας. Μια ζώνη δερμάτινη ο άλλος. Ένα μαχαίρι με κοκάλινη λαβή ο τρίτος. Και ούτω καθεξής. Ψιλοπράματα.   
Μία η εξαίρεση. Ο Γιώργος του Νικόλα. Εξαίρεση για την επίδειξη στοργής/ φιλίας/ανθρωπιάς στο εμπιστευμένο σ’ αυτόν τετράποδο του στρατού. Άφιξή του στο χωριό με αυτό, πότε ιππεύοντάς το, πότε τραβώντας το και αμελλητί ταΐζοντάς το, ποτίζοντάς το και ξαποσταίνοντάς το. Ενώ κάτι άλλοι...ούτε τάισμα ούτε πότισμα, μόνο απάνθρωπο σάλαγο και σάλαγο, μέχρι ξεψύχισμά του και πέταμα στη γράνα.             
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1. Κέρας της Αμάλθειας. Αίγα η Αμάλθεια κι απ’ το κέρατό της έρρεε μέλι και γάλα για τροφή του Δία ως βρέφους.       2. "Ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν۰ ούτω βαθύν λόγον έχει". Ηράκλειτος, 6/5 αι. π. Χ.
    {Σημ. πείρατα:=πέρατα. ιών=αναζητώντας. Πάσαν…οδόν = όποιο δρόμο κι αν πάρεις. Βαθύς λόγος= απρόσιτο βάθος}. 
                                                                                         ***

                                                                    


Δεν υπάρχουν σχόλια: