Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

1686-2016: 330 χρόνια από την Β΄ Ενετοκρατία - Με την αρμάδα στο Μοριά

Το κείμενο μελέτης φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα "Μεσσηνιακός Λόγος"
      Η ταπείνωση που υπέστη η Βενετία με την απώλεια της Κρήτης το 1669, μια από τις σημαντικότερες κτήσεις της στην Ανατολή, είχε θέσει υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο της ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη της Δύσης.  Εντούτοις, η αιφνιδιαστική απόφαση της Βενετίας, τον Ιανουάριο του 1684, να αναλάβει εκστρατεία κατά των οθωμανικών δυνάμεων, διέψευσε τις αρνητικές εντυπώσεις.  Η απόφαση αυτή των Βενετών για πολεμική δράση στο χώρο των ελληνικών περιοχών, εντάσσεται στα πλαίσια του πολυμέτωπου αγώνα των χριστιανικών δυνάμεων κατά των Τούρκων κι αποτελεί την τελευταία σταυροφορία της Δύσης για την ανακατάληψη ή την απελευθέρωση χριστιανικών εδαφών.  Πράγματι χαρακτηρίζεται ως σταυροφορία καθώς εκτός από τις βενετικές δυνάμεις έλαβαν μέρος και στρατιωτικές δυνάμεις του Πάπα, των Ιπποτών της Μάλτας και του Δούκα της Τοσκάνης.  Παράλληλα συμμετείχαν και ελληνικά σώματα με δικούς τους αρχηγούς από τα Ιόνια νησιά και την Μάνη, καθώς ενώθηκαν και αυτά με την συμμαχική στρατιά.  Για τις πολεμικές συρράξεις που έγιναν σε περιοχές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου κατά το χρονικό διάστημα 1684-168 επικράτησε η γενική ονομασία Guerra della Morea.
      Πρωτεργάτης και αρχιστράτηγος αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων ήταν ο ένδοξος παλαίμαχος του Χάνδακος Francesco Morosini, ο οποίος ξεκίνησε στις 2 Ιουνίου του 1684 από την Βενετία.  Παραπλέοντας τις Δαλματικές ακτές, ο στόλος στις 29 Ιουνίου φτάνεις την Κέρκυρα, που αποτελούσε τον τόπο συνάντησης με τις συμμαχικές δυνάμεις, που αποτελούνταν από 5 γαλέρες του Πάπα, 7 γαλέρες της Μάλτας και 4 του Λιβόρνου.  Παράλληλα ως τα μέσα Ιουλίου φτάνουν εκεί προς ενίσχυση της συμμαχικής δύναμης ο Capitano delle Navi Dolfin με 7 καράβια και ο Έκτακτος Καπετάνιος των Navi Alessandro Molin με άλλα 9 πολεμικά σκάφοι.  Η αναχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων στις 19 Ιουλίου με προορισμό την Λευκάδα γίνεται με πάνδημη παρουσία του κλήρου και του λαού της Κέρκυρας.  Ο πρώτος στόχος που ήταν η κατάκτηση της Λευκάδας επιτεύχθηκε σχετικά εύκολα (7-8 Αυγούστου 1684).   Παράλληλα οι Τούρκοι είχαν καταφέρει με βιαιοπραγίες να τρομοκρατήσουν τον ελληνικό πληθυσμό στην Πελοπόννησο, ώστε να μην υπάρξουν επαναστατικές εστίες, ενώ  οι Βενετοί κατέλαβαν το Μεσολόγγι και την Πρέβεζα στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1684.
      Μετά το Χειμώνα, τον Ιούνιο του 1685, τα συμμαχικά στρατεύματα και ο συμμαχικός στόλος, στις 30 Ιουνίου του 1685, φθάνουν μπροστά στα τείχη της Κορώνης.  Οι Βενετοί στρατοπεδεύουν στο λόφο Bonetto, απέναντι από το εχθρικό στρατόπεδο, όπου για λόγους αμυντικούς κτίζουν ένα μικρό φρούριο, ενώ ακολουθεί η εγκατάσταση του πυροβολικού κάτω από το κάστρο και αρχίζει η έναρξη των κανονιοβολισμών.  Στις 10 Ιουλίου φτάνουν 4 γαλέρες από τη Δαλματία, ενώ μια γαλεάτσα από τη Βενετία φέρνει εφόδια στον συμμαχικό στρατό.  Μια πρώτη μεγάλη επίθεση των Τούρκων καταλήγει σε αποτυχία, αλλά προξενεί μεγάλες απώλειές στις δύο πλευρές.  Στις 18 Ιουλίου οι Τούρκοι επιχειρούν δεύτερη επίθεση στα χαρακώματα των Βενετών, η οποία αποκρούεται με πολλές απώλειες για τους Τούρκους.  Στις 10 Αυγούστου συντονισμένη επίθεση των Βενετών στέφεται με επιτυχία, καθώς οι Τούρκοι έχουν μεγάλες απώλειες στρατιωτών και εγκαταλείπουν στο πεδίο της μάχης οπλισμό και το πολυτελές λάβαρο του βασιλείου του Μορία.  Στις 11 Αυγούστου επιχειρείται από τους Βενετούς συντονισμένη επιχείρηση από στεριά και θάλασσα και τελικά καταφέρνουν να εισβάλλουν στο κάστρο μετά από πολιορκία 42 ημερόνυχτων, ενώ Morosini μπαίνει στο κάστρο με θριαμβευτική είσοδο στις 15 Αυγούστου για την παραλαβή του.
      Ακολούθησε η συνθηκολόγηση των φρουρίων της Ζαρνάτας, του Κελεφά και του Πασσαβά, που πολιορκήθηκαν από δυνάμεις επαναστατημένων Μανιατών.  Η δεύτερη φάση της εκστρατείας του Morosini στο Μοριά (1686) δεν είχε αρχικό στόχο τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο.  Έγινε αναγκαστικά προκειμένου να μην καταρρεύσουν οι βενετικές θέσεις στη Μάνη.  Έτσι, όλη η αποβατική δύναμη χτύπησε το Παλαιό και Νέο Ναυαρίνο, όπου φθάνουν στο Παλαιό Ναυαρίνο την 1 Ιουνίου 1686.  Ο δραγουμάνος των Βενετών, που στέλνεται στο κάστρο για διαπραγματεύσεις, συναντιέται μεσοστρατής με τον Αγά και τους άλλους αρχηγούς της φρουράς, οι οποίοι δηλώνουν την υποταγή τους στον Morosini.  Στη συνέχεια οι Βενετοί κατασκηνώνουν κι οχυρώνονται περιμετρικά κάτω από το κάστρο του Νέου Ναυαρίνου και αρχίζουν τις εχθροπραξίες με τους Τούρκους.  Παράλληλα εγκαθιστούν σ΄ ένα μικρό σκόπελο στη μέση του λιμανιού (χελωνάκι) ένα κανόνι κι επιδίδονται σε συνεχείς κανονιοβολισμούς κατά του κάστρου.  Στις 18 Ιουνίου 1686 γίνεται η πρώτη μεγάλη επίθεση των Βενετών με ιππικό, 12.000 πεζούς, 12 κανόνια και τη συμμετοχή πολλών προπορευόμενων Ελλήνων.  Κατά την σύγκρουση προκαλούνται σημαντικές απώλειες και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές και αιχμαλωτίζεται ο γιός του Πασά, αρχηγού της φρουράς.  Στις 19 Ιουνίου οι έγκλειστοι υψώνουν λευκή σημαία για συνομιλίες, αλλά κατά την διάρκεια της νύχτας διχογνωμίες μεταξύ των Τούρκων της φρουράς είχαν σαν αποτέλεσμα να αναφλεγούν τα πολεμοφόδια και να καούν όλοι οι χριστιανοί σκλάβοι που κρατούνταν εκεί.  Τελικά, στις 21 Ιουνίου οι Τούρκοι εγκαταλείπουν το κάστρο και με τον οπλισμό και τα πράγματα τους επιβιβάζονται σε καράβια για τη Μπαρμπαριά (περιοχές της Βόρειας Αφρικής), ενώ η παράδοση του φρουρίου έγινε ύστερα από πολιορκία 23 ημερών με θριαμβευτική πάλι είσοδο του Morosini.  Οι περιγραφές των Βενετών σχετικά με το φρούριο είναι εντυπωσιακές, καθώς μιλάνε για ένα πολύ ισχυρό φρούριο με θαυμαστές πυροβολαρχίες προς την ξηρά και την θάλασσα. Οι περιγραφές αυτές μιλάνε για ένα ερειπωμένο οικισμό που υπάρχει προς την πλευρά του λιμανιού, ενώ άλλος προς την άλλη μεριά της θάλασσας είναι κατοικημένος από Έλληνες.
       Στη συνέχεια, στις 21 Ιουνίου 1686, αρχίζει από τους Βενετούς η πολιορκία της Μεθώνης από ξηρά και θάλασσα.  Ο Morosini, θέλοντας να αποφύγει την εξάντληση του στρατεύματος και να κερδίσει ταυτόχρονα χρόνο, ζήτησε από τους πολιορκημένους την παράδοση του φρουρίου.  Στις 26 Ιουνίου οι Τούρκοι του κάστρου απαντούν στους απεσταλμένους του Morosini ότι δεν παραδίδονται και θα συνεχίσουν τον αγώνα.  Στις 27 Ιουνίου ομάδα βενετικού ιππικού, συνοδευόμενη από σώμα Ελλήνων, διατάσσονται να βγουν σε αναζήτηση του φυγάδα Πασά του Νέου Ναυαρίνου, ο οποίος πυρπολούσε ελληνικά χωριά, αλλά δεν κατά φέρνουν να τον εντοπίσουν.  Στις 7 Ιουλίου 1686, ύστερα από πολιορκία 22 ημερών και συνεχή κανονιοβολισμό του κάστρου από τα πυροβολεία που βρίσκονται στη μεριά της θάλασσας πάνω σ΄ ένα σκόπελο, αλλά και αλλεπάλληλες εφόδους στις οποίες συμμετείχαν πολλοί Πελοποννήσιοι και Ζακυνθινοί, η φρουρά του κάστρου παραδίδεται και στις 13 Ιουλίου γίνεται η επίσημη θριαμβευτική είσοδο του Morosini.  Οι περιγραφές των Βενετών και για την Μεθώνη είναι εντυπωσιακές, καθώς μιλούν για μια εμπορική πόλη με ένα θαυμαστό και ευρύχωρο λιμάνι και για ένα εξίσου θαυμαστό κάστρο.  Μιλούν για ένα πολύ ισχυρό φρούριο, απόρθητο από ξηρά και θάλασσα και προς την πλευρά της θάλασσας είναι μεγάλο και εκεί υπάρχει ένας οικισμός κατοικημένος από Έλληνες.
      Στη συνέχεια στις 27 Ιουλίου η Αρμάδα αναχωρεί από την Μεθώνη και φθάνει στις 28 Ιουλίου στη Μονεμβασιά, όπου ύστερα από τον ανεφοδιασμό της αποπλέει για το Ναύπλιο.  Στις 29 Ιουλίου 1686 φθάνει στο Ναύπλιο και μετά από πολιορκία 10 ημερών γίνεται η καθιερωμένη επινίκια εορταστική είσοδο του Morosini.  Κι ενώ η Αρμάδα βρίσκεται στο λιμάνι του Ναυπλίου για να ξεχειμωνιάσει, δεν μένει αλώβητη από την πανώλη που τη χρονιά εκείνη μαστίζει την περιοχή.
      Τα στρατιωτικά επιτεύγματα του συμμαχικού στόλου εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τους Βενετούς, καθώς ήρθαν απρόσμενα σε μια στιγμή πολιτικής και οικονομικής κάμψης και παρακμής κι αναπτέρωσαν τις ελπίδες για ανακοπή της καθοδικής πορείας κι αναβίωση του ένδοξου παρελθόντος της Γαληνοτάτης.  Η ανάκτηση και του πιο μικρού τμήματος των χαμένων κτήσεων της, είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για μια αποικιακή δύναμη όπως η Βενετία. Έτσι με την ανακατάληψη του Μοριά αναπτερώθηκαν οι ελπίδες για μια νέα μακρόβια κυριαρχία στην Ανατολή, καθώς η βενετσιάνικη πολιτική που ασκήθηκε κατά τη δεύτερη βενετοκρατία οδήγησε στην δημιουργία σημαντικών οχυρωματικών έργων, κτηματολογίων και διοικητικών ρυθμίσεων, με προοπτική και βούληση εύνομης διοίκησης.  

Δημοσθένης Κορδός
Υποψήφιος Διδάκτωρ του τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου  Πελοποννήσου


Δεν υπάρχουν σχόλια: