Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Μουσείο(ν)

Η γέννηση των Μουσών, 1856 - Jean Auguste Domingue (1780 - 1867)
του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά
                                                       
‘ΜΟΥΣΕΙΟ(Ν)’ στην αρχαιότητα ήταν: α. τέμενος (=ιερό τεμάχιο εδάφους) των Μουσών۰ β. ναός (=κατοικία θεού) εντός του τεμένους۰ γ. σηκός (= έδρα/θέση εικόνας ή αγάλματος) στο εσώτατο μέρος του ναού.     
Τέμενος – ναός – σηκός ήταν η πρώτη οπτική/πραγματική εικόνα που είχε μπροστά του ο αρχαίος επισκέπτης του χώρου. Δεύτερη, μη οπτική/μη πραγματική, αλλά νοητή εικόνα, ήταν οι Μούσες, τις οποίες φανταζόταν να πλαισιώνουν την οπτική του εικόνα, την πραγματική. Ωραία, φανταστική, φαντασμαγορική, μαγευτική εικόνα η νοητή, με τις Μούσες να περιφέρονται στο ιερό περιβάλλον, δεν άργησε ο ευφάνταστος επισκέπτης να επιλέξει όνομα για ό,τι έβλεπε και φανταζόταν. Ούτε ‘τεμενείον’ το είπε ούτε ‘ναείον’ το είπε ούτε ‘σηκείον’. Μουσείον επέλεξε και το είπε. Από τις Μούσες.  {Μούσα, από ρίζα: α) μο/ενθ-jα> μούσα = 1. σκέψη, 2. μάθηση. β) ρήμα ‘μάω’۰παρακείμενος μέμαα۰ υπερεπιθυμώ. Παράγωγα: μώσα, μούσα = ζέση, ζήλος, βιάση, επιθυμία}. Προσθέστε τώρα τα α και β κι έχετε πνευματικό φτερούγισμα.  Έτσι ένιωσε με καιρό με καιρό ο αρχαίος επισκέπτης.
Μουσείο(ν), λοιπόν. Με έψιλον γιώτα το ‘ει’ ως ‘τόπος συγκεντρώσεως’, όπως όλα τα όμοια: κουρείο, μυροπωλείο, σχολείο, ιατρείο, καφενείο κλπ. κλπ.
                                                              *
ΔΕΝ είναι τυχαίο που η αρχαιότητα τις Μούσες τις είπε θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης. Καθόλου τυχαίο. Δίας και Μνημοσύνη έχουν να κάμουν με τη σοφία ο ένας, με τη μνήμη η άλλη. Και καλά Μνήμη και Μνημοσύνη, θα πεις, συνδέονται, φως φανάρι το πράμα. Ο Δίας; Εδώ χρειάζεται κάποια εξήγηση.
Λοιπόν, το κύριο χαρακτηριστικό επίθετο του Δία δεν ήταν εκείνα τα φοβερά και τρομερά υψιβρεμέτης, τερπικέρευνος, νεφεληγερέτης και άλλα τέτοια. Αλλά το μητίετα. Χωρίς τελικό σίγμα. ‘Ο μητίετα Ζευς’ έλεγαν οι αρχαίοι. Κι εννοούσαν με αυτό  ό,τι εννοούμε εμείς σήμερα με το ‘πάνσοφος’ και ‘παντογνώστης’. Και ‘παντοδύναμος’.  ‘Ο μητίετα Ζευς’. Ήτοι ‘ο πλήρης μήτιος Ζευς’. Από το πανάρχαιο ‘μήτις {μήτιος, μήτιι, μήτιν, μήτι}. Που θα πει: σκέψη, σχέδιο, περίσκεψη, φρόνηση – όλα αυτά κι όλα τα συναφή θα πει η λέξη ‘μήτις’. Και τα είχε ο Ζευς/Δίας ως σοφία στον υπέρτατο βαθμό.
Συνθέστε τώρα σοφία και μνήμη κι έχετε αυτό που λέμε πνεύμα, πνευματικότητα, το διαφοροποιητικό από τα άλλα πλάσματα επί της γης. Το παρασάγγες ανώτερο.
                                                              * 
ΣΟΦΙΑ και μνήμη αντάμωσαν – εννιά φορές/εννιά βραδιές κοντά κοντά ο Ζευς/Δίας επισκέφτηκε τη Μνημοσύνη – και βγήκαν εννιά θυγατέρες, οι Μούσες, οι οποίες πήραν κάτι η καθεμιά από την παρασάγγες ανωτερότητα των γεννητόρων τους. Κάτι, το οποίο δηλώνεται με το όνομά τους. Ιδού τι πήραν:  
Η Κλειώ: από το ‘κλέος’, ήτοι δόξα, που επιδαψιλεύει η Ιστορία. Η Ευτέρπη: από το ευ+τέρπω, ίσον καλώς τέρπω, ψυχαγωγώ με Μουσική και Ποίηση. Η Θάλεια: από το θάλλω, ήτοι ανθίζω, βλασταίνω, ρήματα που παραπέμπουν σε ανθώνες και λιβάδια με απόηχο από βουκολική ποίηση και κωμωδία. Η Μελπομένη: από το μέλπω+μένος, που θα πει μελωδία στιχουργημένης παραφοράς, ορμής, οργής, μανίας και συναφών συναισθημάτων, τα οποία παραπέμπουν στο ποιητικό είδος τραγωδία. Η Τερψιχόρη: από το τέρπω+χορός, είναι αυτή που τέρπει με την Τέχνη του χορού. Η Ερατώ: από το έρως, (έρωτος, έρωτι, έ ρ ω τ α). Με κάποιον αναγραμματισμό της αιτιατικής έχετε την Ερατώ, η οποία τσιγκλάει τους/τις ερωτοχτυπημένους/νες να γράφουν ερωτικούς στίχους, κι έτσι επωμίζεται την ευθύνη της ερωτικής ποίησης. Η Πολύμνια: από το πολύ+ύμνος, ήτοι πλήθος ύμνων ιερών και διθυραμβικών είναι η αρμοδιότητά της. Η Ουρανία: από το ουρανός, κι αρμοδιότητά της είναι τα ουράνια σώματα, η αστρονομία. Και η Καλλιόπη: από το κάλλος + οψ/εψ=α. καλή/ωραία όψη, β. καλή/ωραία φωνή. Την είπαν και Καλλιέπεια. Και Καλλιέπουσα. Το όλον πανέμορφη και καλλίφωνη. Εμπνεύστρια της επικής ποίησης. Αυτήν επικαλείται ο Όμηρος στον 1ο στίχο της Οδύσσειας ‘‘Άνδρα μοι έννεπε, μούσα…’’  και της Ιλιάδας ‘‘Μήνιν άειδε, θεά, Αχιλλήος…’’ – ‘μούσα’ τη μια φορά, ‘θεά’ την άλλη – κατά τα ερμηνευτικά σχόλια των αρχαίων γραμματικών και φιλολόγων.
                                                                    *
ΚΑΤΙ από την πνευματικότητα των Μουσών – προίκα από τους γεννήτορές τους – διατρέχει τα ιδρύματα με την προσωνυμία μουσεία. Σοφία και μνήμη. Σοφία αποτυπωμένη στα έργα παλαιότερων γενεών ανθρώπων, μνήμη μεταγενέστερων γενεών, γόνιμα θρεμμένη από τα παλαιά εκείνα και δυναμικά ερεθισμένη για τα μελλούμενα.
Τι είχες, τι βελτίωσες, τι έχασες σου λέει του μουσείο, τι έχεις, τι σου λείπει, τι σου πρέπει. Πού ξεπερνάς, πού είσαι στα ίδια, πού μένεις πίσω. Και απορείς  κι εξίστασαι, βλέποντας τ’ ‘αχνάρια’1 των παλαιών. Απορία και έκσταση σε διαπερνάει.    
Δρασκελώντας την πόρτα ενός μουσείου κι αντικρίζοντας τα εκθέματα, έχεις μια αίσθηση φυγής σου από την τύρβη του καθ’ ημέραν βίου σου και εισόδου σου σε χώρο ιερής σιγής. Βλέπεις, διαβάζεις, ακούς, θαυμάζεις, μαθαίνεις. Σκέψου τον εαυτό σου μπροστά στον Ερμή του Πραξιτέλη λόγου χάρη ή στο μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μένεις ή δε μένεις άφωνος;   Όσο διαρκεί η επίσκεψη σου, είσαι απογειωμένος. Είναι το όφελος που σου παρέχει το μουσείο αυτό. Επιδαψίλευση από την ωραία κληρονομιά του. Από τις μούσες.     
                                                              *
ΑΠΟ τον 3ο π. Χ. αιώνα που έγινε η πρώτη μουσειακή συλλογή στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, με αργούς ρυθμούς την 1η χιλιετία, με γοργότερους τη 2η χιλιετία, τα μουσεία πλήθυναν. Και πληθαίνουν. Τα είχε και τα έχει ανάγκη ο κόσμος ως εκθέτες πολιτισμού, ως ναούς της Τέχνης και της τέχνης, με κεφαλαίο και μικρό ταυ. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο μουσεία και έργα Τέχνης τα σεβάστηκαν οι εμπόλεμοι. Δεν τα βομβάρδισαν. Ο Μουσολίνι της Ιταλίας απείλησε κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία ότι θα βομβαρδίσει την Ακρόπολη. Και από το Λονδίνο ο Τσώρτσιλ τον προειδοποίησε ότι θα του βομβαρδίσει το Καπιτώλιο. Δεν ξαναμίλησε.   
Μουσεία και μουσεία, λοιπόν. Εθνικά, δημόσια, ιδιωτικά, γνωστά, ακουστά, πασίγνωστα, όπως το Λούβρο στο Παρίσι, το Ερμιτάζ στην Πετρούπολη, το Βρετανικό στο Λονδίνο, το Αρχαιολογικό στην Αθήνα… Μουσεία Ιστορίας, μουσεία Τέχνης, μουσεία Βιομηχανίας... Πολεμικά, στρατιωτικά, ιατρικά, ζωολογικά, σχολικά. Κρατικά, περιφερειακά, τοπικά. Σε πρωτεύουσες, σε συμπρωτεύουσες, σε πόλεις μεγάλες, σε πόλεις μικρές, σε κεφαλοχώρια και σε χωριά μικρά. Προοπτική και στα Κάτω Μηνάγια.  Για σχολικό μουσείο.
                                                              *
ΜΗ υπάρχοντας παιδιά, σχολείο δε λειτουργεί στο χωριό Κάτω Μηνάγια. Παιδομάνι μαζεύεται, από Αθήνα κυρίως, στις διακοπές. Χριστούγεννα, Πάσχα και κυρίως καλοκαίρι. Έτσι, θα μπορούσε το κτήριο του μικρού σχολείου (1975-1981, βοηθητικό κτήριο εκκλησίας) να χρησιμοποιηθεί με τέτοιο τρόπο που να αποπνέει κάτι από την πρώην λειτουργία του ως φάρου γνώσης, ήθους και καλλιτεχνίας. Δηλαδή να αποπνέει μια ιδέα διδαχής. Με τη λειτουργία του χώρου του ως Σχολικού Μουσείου. Με εκθέματα ό,τι είναι δυνατόν να συναχθεί από τα χρόνια της λειτουργίας του ως σχολικής μονάδας και να περισωθεί εκεί μέσα από  τη φυσιολογική φθορά ή από τυχόν κακή έως βάναυση χρήση.
      Κάνα μαθητολόγιο, καμιά έδρα, κάνα θρανίο, κάνας πίνακας, κάνας χάρτης, κάνας χάρακας, κάνα μελανοδοχείο, έστω και απολειφάδια τους.
     Φωτογραφικό υλικό, τόσοι δάσκαλοι υπηρέτησαν, δεν μπορεί κάποια φωτογραφία θα υπάρχει, μία τουλάχιστον σουλατσάρει στο διαδίκτυο με τον Κωνσταντίνο Βασιλόπουλο δάσκαλο και τα μαθητούδια του ζερβά δεξιά, αγόρια και κορίτσια.      
Ονοματεπώνυμα μαθητών και μαθητριών, που φοίτησαν κι αποφοίτησαν στο σχολείο ή διέκοψαν τυχόν. Ακόμα και με τη βαθμολογία τους τυχόν.
Προλαβαίνω μια ενδεχόμενη ένσταση. Και λοιπόν; Τι θα βγει; Ποιο το όφελος; Όχι, δεν έχει πρακτικό όφελος, δε φέρνει ψωμί. Άλλωστε «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος» το θυμόμαστε αυτό; Ο ευαγγελιστής Ματθαίος το είπε. Είδος ανάτασης προσφέρει το μουσειακό έκθεμα, ψυχική ευφορία. Να βλέπεις λόγου χάρη εκείνα τα παλαιά, έμψυχα και άψυχα, και να λες το επιφώνημα, «Βρε, βρε, βρε!  Αυτός είναι ο (τάδε) ή αυτή είναι η (δείνα);! Για φαντάσου!»  Η απορία και ο θαυμασμός, η έκσταση, αυτό είναι το όφελος του μουσείου, το είπαμε ήδη. Τα άλλα πλάσματα δεν έχουν τέτοια, μόνο ο άνθρωπος. Τα άλλα πλάσματα περιορίζονται να φάνε φαΐ, να πιούνε νερό, να αφήσουν απογόνους κι  απέ; Θάνατος. Ο άνθρωπος δεν τα καταργεί αυτά, όχι. Τα υπερβαίνει.  Πάει πιο πέρα απ’ αυτά. Πιο πάνω.
Σκέψου λόγου χάρη το μαθητομάνι του καλοκαιριού που είπα. Θα συνωστίζεται στο σχολικό μουσείο του χωριού να ιδεί το θρανίο του παππού ή της γιαγιάς ή τη φωτογραφία τους ως μικρών παιδιών, αγοριών ή κοριτσιών! Ο παππούς αγόρι, και πώς ήταν! Η γιαγιά κορίτσι, και πώς ήταν! Αν τύχει και καμιά σελίδα από το τετράδιο τους; Με το γραφικό τους χαρακτήρα; Εκεί να δεις ψυχικό χαροκόπι! Μπορείς να φανταστείς άλλα ζωόπουλα – τσακαλόπουλα, αλεπόπουλα, λυκόπουλα κλπ – να κάνουν τέτοια πράματα;  Μόνο τα…ανθρωπόπουλα!
Με ποια άλλη χρήση του σχολείου μπορεί να συγκριθεί αυτή η ανάταση! Και όχι μόνο του παιδιού, αλλά και η δική σου ανάταση, καθώς θα γυρνάς 40, 50, 60 χρόνια πίσω και θα αναθυμάσαι τις δείνα και τις δείνα δραστηριότητες του σχολικού παιδικού σου βίου! «Πού είστε, καλοί παιδικοί μου καιροί;» θα αναφωνήσεις εν σιγή -στίχος από το ποίημα ‘Η χαρά’ του Γερμανού ποιητή Γκαίτε, μετάφραση Αλ. Ραγκαβή (1809-1892), καθηγητή πανεπιστημίου. Το παραθέτω και τελειώνω:
                                                       Η  χ α ρ ά      
                                 Ζητώ την χαράν πότε εδώ, πότε εκεί!
                                 Πού είναι; Ειπέτε μου πού κατοικεί;
                                 Δεν είναι εις λόφους, εις όρη υψηλά.
                                 Ειπέτε μου πού η μορφή της γελά;
                                                              *
                                 Εις βάθη κοιλάδων επήγα ζητών.
                                 Τον ρύακα είδα που πίπτει κροτών
                                 και παίζει και σύρει νερά καθαρά.
                                 Μαζί των δεν έπαιζε πλην2 η χαρά.
                                                              *
                                 Εζήτησα αυτήν εις σκιάς των δασών.
                                 Εγέλων τα φώτα αστέρων χρυσών,
                                 πτηνόν εκελάδει εις μυρσίνην3 χλωράν,  
                                 πλην έψαλε θρήνους και όχι χαράν.
                                                              *
                                 Εζήτησ’ αυτήν εις ευθύμους χορούς,
                                 εις δείπνων θαλάμους λαμπρούς κι ηχηρούς,
                                 εις φώτα, εις σκεύη χρυσά κι αργυρά,
                                 πλην ούτ’ εις αυτά δεν ευρέθη η χαρά.
                                                              *
                                 Την έφθασα τέλος, την εύρον μακράν,
                                 μακράν εις χωρίου κοιλάδα μικράν.
                                 Τριγύρω της είχε παιδιά αρκετά
                                 Κι επήδα μ’ εκείνα κι εγέλα μ’ αυτά.
                                                              *
                                 Πού είστε καλοί παιδικοί μου καιροί!
                                 Εφώναξα τότε με στήθος βαρύ.
                                 Πλην μόλις την είδα, πετά η χαρά
                                 Κι αυτή ήταν η πρώτη κι εσχάτη φορά!
                                           ==================
1, ‘Αχνάρι’. Από το  ίχνος. Ιχνάριον ή ιχνάρι σημαίνει το μικρό ίχνος. Στο ιχνάρι το αρχικό άτονο φωνήεν έλκεται από το επόμενο τονισμένο ‘ά’ και γίνεται κι αυτό α. και έτσι προκύπτει το ‘αχνάρι’.  Μικρό ή μεγάλο ίχνος συγχωνεύτηκε στο αχνάρι.\
2. Το ‘πλην’  εδώ ανήκει στην αρχή του στίχου.
3.  Μυρτιά     
                                                            ***   

Δεν υπάρχουν σχόλια: