Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ο μικρός Κριτής!

Του Ηπειρώτη λογοτέχνη Χρήστου Χρηστοβασίλη(1861 – 1937)                                                                                                                                                                                                                           Επιλογή Θ. Κ. Μπλουγουρά
                                          ==============
Ο μικρός Κριτής, Σπύρος λεγόμενος, ήταν και δεν ήταν δέκα χρονών, όταν για πρώτη φορά, ακολουθώντας το αναγκαίο έθιμο της πατρίδας του, ξεκίνησε για την ξενιτιά, την Κίρκη αυτή του Ηπειρώτικου κόσμου. Ο πατέρας του, ο κυρ-Χρήστος, Κριτής λεγόμενος απ’ όλη την επαρχία, γιατί ήταν πραγματικώς ο δικαστής της, τον συνόδεψε ως τα Γιάννινα.
Την ώρα του ξεχωρισμού, που ο Ρόβας ο καρβανάρης είχε έτοιμα τα μουλάρια του και τα άλογά του, και φώναζε σαν άλλος δήμιος: «Το καραβάνι είν’ έτοιμο!!!», όλοι οι συγγενήδες, που παρακολουθούσαν τους ξενιτεμένους τους, τους ξεμονάχεψαν και τους έλεγαν τα ύστερα λόγια του ξεχωρισμού. Ήταν καμιά εικοσαριά οι ξενιτεμένοι.  Άλλος είχε μάνα, άλλος πατέρα, άλλος θειο ή θεια κι άλλος μεγαλύτερο αδερφό ή αδερφή.
                                                              *
Τι πικρή ώρα η ώρα του ξεχωρισμού! Όλο το αίμα μαζώνεται στην καρδιά, το πρόσωπο σκυθρωπάζει και τα μάτια βουρκώνουν από τα δάκρυα.
                         «Κι ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει»
λέγει το ηπειρώτικο τραγούδι. Αλήθεια δεν έχει παρηγοριά ο ζωντανός ο ξεχωρισμός! Χάνει από τα μάτια του έναν άνθρωπο ζωντανό και εκείνος που φεύγει και πάει, και εκείνος που μένει πίσω, και δε χάνει έναν πεθαμένο. 
   Ο καρβανάρης ο Ρόβας έσχιζε από τη μια την άκρη ως  την άλλη την πλατύχωρη αυλή του χανιού κι έλεγε:
– Τελειώστε, γλήγορα! Πέρασε η ώρα!
Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Οι καρδιές χτυπούσαν δυνατότερα, τα μάτια δάκρυζαν και κάπου κάπου ακουγόταν και ξεφωνητό μάνας ή αδερφής. Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Και φτερά να είχαν, δε θα περνούσαν και δε θα ’φευγαν γληγορότερα!
                                                              *
Τέλος ο καρβανάρης ο Ρόβας καβαλίκεψε ένα χρυσοκάπουλο μουλάρι και χτυπώντας το με τους φτενιστήρες του, πετάχτηκε έξω από την ορθάνοιχτη θύρα του χανιού σαν αστραπή. Όλοι οι ξενιτεμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τους δικούς τους και καβαλίκεψαν κι αυτοί με μάτια θολωμένα από τα δάκρυα του πόνου της πατρίδας, του σπιτιού και των δικών τους, κι έκαναν το σταυρό τους. Τα «έχετε γεια», τα «ώρα καλή» και τα «καλή αντάμωση να δώσει ο Θεός!» διασταυρώνονταν από εδώ κι από κει. Μια μάνα, πικρομάνα έστησε μοιρολόγι:
                              «Ανάθεμά σε, ξενιτιά, και τρισανέθεμά σε,
                              που μου κρατάς τον άντρα μου ακέρια  δέκα χρόνια
                              κι εφέτος μ’ αποπλάνεψες, μου παίρνεις και το γιο μου!...»
                                                              *
Την ώρα που ο Σπύρος δρασκελούσε τη θύρα του χανιού, του φώναξε ο πατέρας του με παραπονετική φωνή:
– Σπύρο μου, στάσου να σου πω δυο λόγια ακόμα…
Ο Σπύρος σταμάτησε το μουλάρι κι ο κυρ-Χρήστος, μαραμένος από τον πόνο του ξεχωρισμού του πρώτου παιδιού του, και πιο αγαπημένου απ’ όλα, του λέγει:
– Παιδί μου, άμα σκαπετήσεις το Μέτσοβο, είσαι ή δεν είσαι παιδί μου είναι το ίδιο. Δε σε ξέρει κανένας. Αλλά συ να μη λησμονήσεις ποτέ ότι είσαι παιδί μου. Μακριά από ψέμα, κλεψιά, φονικό και ξένη γυναίκα! Και στο βάθος της θάλασσας κι αν βρεθείς, να μη χάσεις την ελπίδα σου από τον Θεό! Και βασιλιάς αν γένεις, να μη λησμονήσεις την πατρίδα σου. Τ’ άκουσες, παιδί μου;
– Τ’ άκουσα, πατέρα μου! 
– Ώρα σου καλή τώρα! Ο Θεός και η ευχή μου μαζί σου! 
Την άλλη την ημέρα ο κυρ-Χρήστος βρισκόταν στο χωριό του και δίκαζε τους πατριώτες του, που έτρεχαν σ’ αυτόν να βρουν το δίκιο τους, κι ο Σπύρος είχε σκαπετήσει το Μέτσοβο κι όσους απαντούσε στο δρόμο κανέναν δε γνώριζε, κι ούτε τον γνώριζαν!
                                                              *
Το καραβάνι τραβούσε για την Πόλη, όλο της στεριάς. Είκοσι μέρες χρειάζονταν τότε, για να πάει κανείς στην από τα Γιάννινα στην Πόλη, αν δεν τύχαινε στο δρόμο κανένα εμπόδιο. Είχαν περάσει δέκα μέρες δρόμο, πέρασαν τη Θεσσαλονίκη, χωρίς να τους τρέξει κανένα κακό. Ήταν όλοι αγαπημένο, όλοι μια χαρά και περνούσαν το δρόμο τους τραγουδώντας και κουβεντιάζοντας σαν αδέρφια.
Εκείνη την ημέρα μπήκε ο διάβολος στη μέση. Του ενός από το καραβάνι είχε πέσει η σακούλα του με ό,τι χρήματα είχε και την είχε βρει ένας άλλος από τους είκοσι συνταξιδιώτες, και του την έδωσε, κρατώντας τα μισά για βρετικά. Εκείνος που είχε χάσει τη σακούλα γύρευε ακέριο το χρηματικό ποσό, που είχε μέσα, κι εκείνος που την είχε βρει δεν το ’δινε, λέγοντας ότι είχε δικαίωμα να βαστάξει τα μισά για βρετικά, κι από λόγο σε λόγο πιάστηκαν κι άρχισαν να χτυπιούνται στα γερά, φωνάζοντας «το βιος μου!» ο ένας, «το δίκιο μου!» ο άλλος. Μπήκαν οι άλλοι να τους χωρίσουν, αλλά κι αυτοί χωρίσθηκαν σε δύο: άλλοι με τον έναν κι άλλοι με τον άλλον.
Εκείνος οπού είχε βρει τη σακούλα επέμενε να βαστάει τα μισά, λέγοντας:
– Δικαιούμαι να βαστάξω τα μισά, διότι, αν δεν το φανέρωνα ότι ήβρα τη σακούλα, μπορούσα να τα φάω όλα τα χρήματα που είχε μέσα.
Εκείνος πάλι που την είχε χάσει επέμενε να τα ζητάει όλα, λέγοντας:
– Δε δικαιούσαι να μου βαστάξεις τα μισά, διότι δεν είμεστε από άλλο καραβάνι συ κι από άλλο εγώ, αλλ’ είμεστε από το ίδιο καραβάνι κι είμεστε συντρόφοι, κι ως συντρόφοι είμεστε αδέρφια και υποχρεούμαστε ο ένας να βοηθάει τον άλλο κι όχι να κερδίζουμε ο ένας από τον άλλο!
Φιλονικώντας, φιλονικώντας έφτασαν σ’ ένα χάνι, ησύχασαν λίγο, όσο να φάνε, κι άρχισαν τη φιλονικία. Έδωσε πήρε ο Ρόβας ο καρβανάρης να τους ειρηνέψει, αλλά δεν μπόρεσε. Και τα δυο μέρη είχαν κάποιο δίκιο, το καθένα για τον εαυτό του. Η φιλονικία κατάληξε στα χέρια.
                                                              *
Και μέσα στο μαλλιοτράβηγμα κάποιος είπε με πόνο καρδιακό:
– Ε! και να ξεφύτρωνες, Θεέ μου, τον Κριτή μας, τον κυρ-Χρήστο, εδώ πέρα, από καμιά μεριά, πώς θα ’φευγε ο τρισκατάρατος και πώς θα γένονταν όλα μέλι γάλα! 
Κι ένας άλλος είπε:
– Αχ, πούθε να ήταν, καημένε! Σε μια στιγμή θα ειρήνευαν τα πάντα!
– Μου ’ρθε μια ιδέα! – είπε ένας τρίτος.
– Τι; - τον ρώτησε τέταρτος.
– Τι;… Έχομε το παιδί του εδώ πέρα…
– Και σαν το ’χουμε; 
– Να το βάλουμε στη θέση του πατέρα του…κριτή.
– Μπρε αλήθεια! Να το βάλουμε κριτή. Αν και μικρό ακόμα, θα ξέρει να πει κάτι, ως παιδί του κριτή μας.
– Σπύρο! – φώναξε – Σπύρο! Τι έγινε ο Σπύρος του κυρ-Χρήστου;
Ο Σπύρος δεν ακουγόταν. Τον είχε καταβάλει ο κόπος του δρόμου, κι άμα έφαγε, ακούμπησε στον τοίχο κι αποκοιμήθηκε, έχοντας προσκέφαλο το δισάκι του, στρώμα τη βελεντζούλα του και σκέπασμα την κάπα του.
                                                              *
Η πρόταση να αναθέσουν την κρίση στο παιδί είχε γίνει δεχτή απ’ όλη τη συνοδεία.
– Ναι, ναι! – ακούονταν ανάμεσα στις κουβέντες τους – να το ξυπνήσουμε το παιδί να τους κρίνει. Είναι παιδί του πατέρα του… 
Ο αρχηγός  καραβανιού, ο Ρόβας, ακούγοντας ότι ήθελαν να ξυπνήσουν το παιδί, για να κάμει την κρίση, και παίρνοντας το πράγμα γι’ αστείο, τους είπε:
 – Τι λόγια, ωρέ, είν’ αυτά που λέτε; Αφήστε το παιδί να κοιμηθεί. Τι ξέρει αυτό;
– Όχι! Όχι! – εφώναξαν πολλοί – πρέπει να ξυπνήσουμε το παιδί!
Δυο τρεις άρχισαν να ξυπνούν το παιδί, που κοιμόταν βαριά. Ύπνος παιδιακίσιος και μάλιστα ύστερα από δρόμο. Του φώναζαν και το τραβούσαν απ’ εδώ κι από κει, αλλά δεν μπορούσαν να το ξυπνήσουν. Τέλος του έβαλαν ταμπάκο στη μύτη κι έτσι φτερνίστηκε και ξύπνησε. Το παιδί άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε γύρω γύρω και το πήρε το παράπονο.
– Γιατί παραπονιέσαι, ωρέ! – του είπε ο Ρόβας.
– Έβλεπα στον ύπνο μου ότι ήμουν στο σπίτι μου με τον πατέρα μου και με τα αδέρφια μου…Μάνα δεν είχα. 
Και λέγοντας αυτά άρχισε να κλαίει.
– Μπρε κριτή που σου τον διάλεξαν! – είπε μόνος του ο καρβανάρης.
– Ξέρ’ς γιατί σε ξυπνήσαμε, Σπύρο; - του είπε ένας από εκείνους που τον ξύπνησαν.  
– Πού να το ξέρω; - είπε ο Σπύρος, τρίβοντας τα μάτια του.
– Σε ξυπνήσαμε, για να μας κάνεις την κρίση της φιλονικίας.
Το παιδί τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.
– Μπρε, τι σας έφταιγε το καημένο και του χαλάσατε τ’ όνειρο! – είπε ο Ρόβας. 
– Άιντε, παιδί μου, κρίνε τους! – είπε ο γεροντότερος ταξιδιώτης του καραβανιού.
Γνωρίζεις την αιτία. Απ’ αυτό θα καταλάβουμε αν θα γένεις σαν τον πατέρα σου.
                                                                    *
Το παιδί καλοκάθησε σταυροπόδι κι είπε στους μαλωμένους με ύφος αληθινού κριτή:
– Ελάτε εδώ!
Πήγαν και οι δυο μπροστά του με τα χέρια σταυρωμένα.  
– Ξέρετε πού είμεστε; - τους ρώτησε σοβαρά.  
Ο καρβανάρης άνοιξε τα μάτια του, προσέχοντας να ακούσει καλύτερα. Οι μαλωμένοι δε μιλούσαν.
– Να σας ειπώ πού είμεστε. Είμεστε, κακορίζικοι, δέκα μέρες μακριά από τον τόπο μας. Είμεστε ξένοι, πεντάξενοι! Δε μας γνωρίζει κανείς εδώ γύρω! Η ξενιτιά μας αδερφώνει όλους… 
Ο καρβανάρης άρχισε ν’ αποράει με τη νοημοσύνη του μικρού κριτή και λέγει μέσα του (Μπρε, το παλιόπαιδο! Αυτό είναι σοφό!)
– Θέλετε να σας κάνω την κρίση; - τους ρώτησε ο Σπύρος σοβαρά σοβαρά.
– Θέλουμε – του απολογήθηκαν - κι ό,τι μας πεις θα ακολουθήσουμε. Έτσι κάναμε και στον πατέρα σου.
– Για να σας κάνω την κρίση, πρέπει ν’ αγκαλιασθείτε και να φιληθείτε κι ύστερα
να σας κρίνω.
      Οι δυο μαλωμένοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο περίλυποι, σα να ντρέπονταν να κάνουν εκείνο που τους έλεγε. Οι άλλοι βλέποντας το δισταγμό τους, τους φώναζαν:
 – Κάνετε, ωρέ, όπως σας λέγει ο κριτής! Τι καμαρώνετε!
Οι μαλωμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κλαίοντας.
 – Πηγαίνετε τώρα! – είπε το παιδί – Τελείωσε η κρίση σας!
– Και πώς τελείωσε; – είπαν πολλοί. – Ο ένας κρατάει κι ο άλλος έχει να λάβει. 
– Τελείωσε – είπε το παιδί. – Η διαφορά τους ήταν το μίσος. Αφού μπήκε η αγάπη ανάμεσά τους, το μίσος έφυγε και το δίκιο έρχεται μόνο του.   
                                                              *
Και πραγματικώς, εκείνος που βαστούσε τα μισά χρήματα, τα ’βγαλε από τον κόρφο του και τα ’δωσε στον άλλο, που τα ζητούσε, λέγοντας:
– Πάρ’ τα, αδερφέ!
Κι εκείνος που τα ζητούσε του απολογήθηκε:
 – Όχι, αδερφέ, όλα! Βάστα τα βρετικά σου. Κράτα όσα θέλεις, κράτα τα κι όλα!
 – Όχι, όχι, είναι δικό σου βιος – είπε εκείνος που τα είχε βρει – μακριά από μένα το άδικο!  
– Πάρ’ τα, ωρέ! – του φώναξαν οι άλλοι – αφού σου τα δίνει ο άνθρωπος!
Τα πήρε τότε εκείνος, τα ’βαλε στη σακούλα του και ξαναγκαλιάστηκε και ξαναφιλήθηκε με τον αντίθετό του.
   – Εύγε! Εύγε Σπύρο! – φώναξαν οι άλλοι – είσαι αληθινό παιδί του κυρ-Χρήστου!
Και πήγαν όλοι και το φίλησαν το παιδί και του ευχήθηκαν να προκόψει.
 Ο καρβανάρης ο Ρόβας, που κορόιδευε πρώτα τον μικρό κριτή, πήγε και τον αγκάλιασε κι αυτός και τον φίλησε, λέγοντάς του:
– Παιδί μου, να με σχωρέσεις. Εγώ είμαι μεγάλος στα χρόνια και συ μεγάλος στο νου! Μια μέρα θα γίνεις τρανός! 
Και πραγματικώς, έζησε και πρόκοψε πολύ.

                                                                        ***      

Δεν υπάρχουν σχόλια: