Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Μια σπάνια φωτογραφία από τα Κάτω Μηνάγια, 1938

  Πρώτη σειρά, καθιστοί:
1. Λάμπρος Κων. Κορδός, 2. Φωτεινή Δημ. Κορδού,  3. Χρυσάνθη Παν. Στρατή και 4. Θεόδωρος Κων. Μπλουγουράς
Δεύτερη σειρά, ημικαθιστοί:
1. Δημοσθένης Γεωργ. Κορδός, 2. Χριστίνα Αναστ. Καβούρη, 3. Αθανάσιος Κων. Κάππος, 4. Αικατερίνη Ιω. Μητροπούλου, 5. Αναστάσιος Γεωργ. Πέππας, 6. Δημήτριος Αναστ. Βάγιας, 7. Αναστασία Ιω. Ανδροπούλου, 8. Αντώνιος Σωτ. Κορδός και 9. Λαμπρινή Κων. Κορδού.               Τρίτη σειρά, όρθιοι:
1. Βασίλειος Σπυρ. Πανταζόπουλος, 2. Σπάρτη Ιω. Ανδροπούλου, 3. Γεώργιος Κων. Μπλουγουράς, 4. Αγγελική Κων. Κορδού, 5. Ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Χαρ. Γέμελος, 6. Γεωργία Ηλία Κάππου, 7. Φώτιος Βασ. Κορδός. 8. Αικατερίνη Κων. Κορδού (φαίνεται μόνο το κεφάλι), 9. Αναστασία Παύλου Χριστοπούλου και 10. Αντωνία Διον. Κάππου.










*του Θεοδ. Κ. Μπλουγουρά, Φιλόλογου - Συγγραφέα

Ιστορική και εκρηκτικού ενδιαφέροντος φωτογραφία. Απεικονίζει εορταστική πτυχή της σχολικής ζωής την ημέρα της 25ης Μαρτίου 1938 στη γενέτειρα Κάτω Μηνάγια. Είκοσι δύο, από περισσότερα, σχολιαρούδια με το δάσκαλο Κώστα Γέμελο, μετά από τα εορταστικά της ημέρας, εκκλησιασμό, δοξολογία, παρέλαση, απαγγελίες και χορούς ποζάρουν για μια αναμνηστική. Τη λέω ιστορική αφενός για την αναδρομή στα περασμένα (παρελθοντικό  περιεχόμενο) – τα περασμένα της κάθε γενιάς έχουν κάποια γοητεία, γιατί, όπως και να ’ναι, θυμίζουνε τα νιάτα της – αυτό είναι το ‘αφενός’ που είπα. Προχωρώ στο   αφετέρου: αφετέρου, λοιπόν, τη λέω ιστορική για την απεικόνιση της «Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας» της εποχής – ΕΟΝ – αποτυπωμένης στην υποχρεωτική εορταστική αμφίεση των παιδιών (τα μικρά του δημοτικού τα λέγανε πιονιέρηδες, τα μεγάλα φαλαγγίτες) – μπλε στολή, άσπρη γραβάτα, άσπρες κάλτσες, βασιλικό στέμμα στο δίκοχο της κεφαλής, ημιστρατιωτικά πράματα! – και τρίτον, τη λέω ιστορική  για την ‘αυτόματη, όπως λέγαμε,  φωτογράφιση’.
Μας εντυπωσίαζε, θυμάμαι, μικρούς και μεγάλους και όλο το χωριό – « Ε! Ε! Ρε!» λέγαμε, μένοντας εμβρόντητοι – η αυτόματη πάνω σε λεπτό γυαλιστερό τρίποδο φωτογραφική μηχανή του δάσκαλου. Το όλον ήτανε δεν ήτανε μισό μέτρο πράμα,  συσκευή σε θήκη. Έβγανε από κει το τρίποδο, του τέντωνε τα πόδια, πτυσσόμενα ήταν, γινόταν άλλο τόσο κι ακόμα, ύστερα έβγανε ένα άλλο πράμα με τα απλωμένα δάχτυλα της παλάμης του, αυτό ήταν η κυρίως μηχανή, τη βίδωνε κορφή στο τρίποδο, ρύθμιζε κάποιο μηχανισμό σημαδεύοντας με τα μάτια, μέσω ενσωματωμένων σε αυτή μικρών φακών, την απέναντι μεριά,  έτρεχε γρήγορα σ’ αυτή την ‘απέναντι μεριά’, έπαιρνε τη στάση που ήθελε και σε λίγες στιγμές, ύστερα από ένα οιονεί γουργούρισμα μες στη μηχανή, ακουγόταν ένα ελαφρό τρίξιμο. Κι αυτό ήταν. Στο φωτογραφείο της πόλης, Πύλου ή Καλαμάτας, γίνονταν τα υπόλοιπα.
 Ήταν αυτή η μηχανή ο μακρινός πρόγονος, θα λέγαμε, του σημερινού σέλφις. Είναι ή δεν είναι Ιστορία το πράμα;! Με αυτόν, λοιπόν, τον ‘μακρινό ιστορικό πρόγονο’ βγήκε αυτή η φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Βρίσκετε να της λείπει τίποτε σε αποτύπωση;
Την είπα και εκρηκτικού ενδιαφέροντος φωτογραφία. Για μας, για το χωριό, όχι για τον…πλανήτη! Και το πρώτο που σημειώνω, που δε φαίνεται, είναι ότι δεν είναι η πρωτότυπη φωτογραφία αυτή, η πρώτη πρώτη που βγήκε από εκείνη την… προπολεμική μηχανή του δάσκαλου. Είναι μεγέθυνση εκτύπου της – περιπέτεια!  
Ιδού η περιπέτεια επιτροχάδην: την πρωτότυπη μου την έδωσε ο Ντίνος Ανδρόπουλος, προτού ξενιτευτεί στην Αυστραλία. Χρόνια μετά την πήρε για επανεκτύπωση στη Μόσχα ο Δημήτρης Βάγιας. Μου την επέστρεψε. Πού τη φύλαξα γκόλφι σταυρό, μου λες; Σε φάκελο; σε αρχείο; σε τετράδιο; σε βιβλίο; Παρά το χαρτοβιβλικό αναποδογύρισμα γραφείου και βιβλιοθήκης μου χαρτί το χαρτί, φύλλο το φύλλο, σελίδα τη σελίδα, ημέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, τίποτα δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω! Έκτυπό της από Μόσχα μεριά, και μεγεθυσμένο σε Α4, είχε την πρόνοια να φυλάξει η Λαμπρινή και βρέθηκε στα χέρια των παιδιών της – τους οφείλονται θερμές ευχαριστίες.            
 Πάμε στα όσα φαίνονται. Είναι ή δεν είναι κυρίαρχη η μορφή του δάσκαλου; Έτσι ήταν. Γέμιζε η αίθουσα δάσκαλο στο σχολείο! Ως πνευματική υπόσταση. Πληθωρική. Τα παιδιά δεν είναι όλα. Λείπει ο Γιάννης του Στρατή, λείπει ο Λιας του Βγενίσιου λείπει ο Παναγιώτης ο Χριστόπουλος από του Κόκκινου (ανιψιός του Παύλου), λείπει ο Καππόγιαννης, λείπει ο Μιχάλης ο Αλεξόπουλος, ο αδερφός του Βασίλης, λείπει η Αναστασία Θ. Αλεξοπούλου. Μήπως και κάνα άλλο που δε θυμάμαι; Δεν ξέρω να ειπώ γιατί λείπουν όσα σημειώνω, δε θυμάμαι να πω. Εγώ ως μη ένστολος, για λόγους ειδικούς, δεν ήμουνα στην ομάδα των πιονιέρηδων. Τη στιγμή της φωτογράφισης ήμουνα πλάι στη μηχανή, τη χάζευα. Με το που τελείωσε τη ρύθμισή της ο δάσκαλος, με αρπάζει βιαστικά, με καθίζει πλάι στα άλλα και τρέχει την πίσω μεριά. Έτσι μπήκα κι εγώ στη φωτογραφία.     
 Κάποιος είπε ‘χαμογελάστε, παιδιά’, άλλος ‘όχι, μη χάσκετε’. Εγώ ανταποκρίθηκα στην πρώτη παρότρυνση, και επιτυχώς μάλιστα. Ο δάσκαλος, καλά, ήξερε. Και τα δυο κορίτσια δεξιά, η Τασία του Παύλου και η Αντωνία του Βγενίσιου – ‘Αντώνα’ τη λέγαμε μεις. Τα άλλα, τι να ειπώ. Τα πιο πολλά σοβαρά, βλοσυρά, έως θυμωμένα. Ο Λάμπρος, ο Τάσος, ο Δημήτρης κι ο Γιώργης παν να χαμογελάσουν και τους βγαίνει γκριμάτσα. Τέλος πάντων όλα κάνουν σα να τους έφαγε ο κόκορας της αυλής το ψωμάκι από το χέρι!             
  Η Λαμπρινή, άκρη δεξιά ημικαθιστή, δεν έχει στο κεφάλι δίκοχο με το στέμμα. Η αδερφή της Αγγέλω, ανάμεσα Γιώργη και δάσκαλο, δεν είναι πιονιερικώς ‘στολισμένη’. Ακούστηκε τότε κάποιος λόγος, ότι δεν έφτασε το ύφασμα για όλες τις στολές. Φταίγαν, λέει, οι προμηθευτές, φταίγαν οι μοδίστρες, αλλά παιδιά και δε δίναμε σημασία, ήταν υποθέσεις των μεγάλων αυτά. Εμείς ήμασταν…παιδιά.
Γέροντες ήδη τώρα και γερόντισσες όσοι κι όσες ζουν ακόμα από τα παιδιά αυτά και άλλοι τρίτοι, αδέρφια και ξαδέρφια και γειτόνοι, μπορούν, καθισμένοι και σε μια καρέκλα αντίκρυ στον τοίχο στη φωτογραφία, σε τυχόν ειδικό χώρο, μην τους έχεις και στο όρθιο, ούτε να τους τη δείξεις φευγαλέα σε μια ηλεκτρονική επιφάνεια, δεν…την πάνε αυτή, μπορούν, λέω, να αφήσουν πίσω για καμιά ώρα τα γεράματα και να αποδράσουν στα νιάτα τους και πιο πίσω ακόμα, στα παιδικά τους χρόνια. Και να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται το χώρο και μια και δυο και τρεις και πέντε και όσες φορές τους έρχεται η επιθυμία – με τις παλιές φωτογραφίες δεν ξεμπλέκεις εύκολα, όλο και κάτι επιπλέον διακρίνεις ακόμα και την πολλοστή φορά! Να επιδίδονται κάθε φορά όλοι σε αγώνα αναγνώρισης του ενός και του άλλου παιδιού, του δείνα και του δείνα۰ και του εαυτού τους οι εικονιζόμενοι. Να θυμούνται, να συγκινούνται, να βουρκώνουν, να δακρύζουν, να χαίρονται για το πώς ήτανε στην τσίτα νιότη τους και στα παιδικά τους χρόνια. Και να πιάνουν να σκέφτονται το «Κρίμας ήταν που γέρασα…». Όλοι οι γερόντοι αυτό λέμε. Λούστριασμα ψυχής ανανεωτικό είναι αυτό!
Οι γόνοι των προσώπων της φωτογραφίας, ντόπιοι, κοντινοί, αλαργινοί, παιδιά, εγγόνια και τυχόν δισέγγονα θα καθηλωθούν, κι όχι μια φορά, με ενδιαφέρον στον οικείο γονιό, πατέρα/μάνα, παππού/γιαγιά, προπάππο/προγιαγιά και ψυχωφελώς θα καμαρώσουν για το πώς ήταν μαθητούδι εκείνο το δικό τους πατρικό ή μητρικό, παππουλικό ή γιαγικό, προπαππουλικό ή προγιαγικό  πρόσωπο. Και με φιλαρέσκεια θα ανευρίσκουν ομοιότητες στο πρόσωπο ή στην κορμοστασιά και θα αποθαυμάζουν κρυφοκαμαρώνοντας και κρυφολέγοντας: «Βρεεε! Κουκί ήταν κι έσκασε και βγήκα! Ιιιι, για τ’ρα κει!» Και θα κρυφοσέρνουν το χέρι με άφατη ικανοποίηση στο σημείο της άκρας ομοιότητας, αφτί, μύτη, μάγουλα, λαιμά, στήθη, πλάτες, μέση,  κρυφοψιθυρίζοντας α λα ηθοποιός Κωνσταντάρας, ο Λάμπρος: «Το τούτο μου, ίδιο, ολόιδιο!» Και θέτοντας τυχόν τον ορθολογισμό στην άκρη και ενδομύχως ψυχή τε και σώματι ‘ταπεινούντες εαυτούς, ταπεινούσαι εαυτάς’ προ της γονικής μορφής θα παίρνουν την ομοιότητα κρυφή γονική εντολή μνήμης και σεβασμού εν αγαθοεργίαις. «Εις μνήμην των γονιών μου» λέμε κάνοντας κάτι καλό καμιά φορά. Μέσα στο «εις μνήμην» αυτό εισχωρεί από κρυφή δίοδο το αταβιστικό της ταυτότητας μέσω της ομοιότητας. Και ίδια ανάβοντας κερί Χριστιανός στην εκκλησιά, έτσι και κάθε χωριανός, «εις μνήμην» τέτοια, κάτι και για τη γενέτειρά του καλό μπορεί και να σκεφτεί.  
Για να φέρουμε στο νου μας οι μεγάλοι, γερόντοι και γερόντισσες, το ενδεχόμενο να βλέπαμε σε παλαιικιά φωτογραφία παιδιά τα γονικά μας. Μαθητούδια πρωτάκια μέχρι εκτάκια – τον Ντίνο εγώ και τη Θανάσω;! Εσύ τους εδικούς σου;! Κι εσύ κι εσύ κι εσύ…Κι ο άλλος κι ο άλλος…Κι η άλλη κι η άλλη…  Να δεις πώς θα αλλιώτευε για κάμποση ώρα του καθενού, της καθεμιάς ο μέσα κόσμος μας! Λουτρό ψυχής!  Αυτή τη δυνατότητα για κάμποση ώρα προσφέρει ετούτη μπροστά μας η φωτογραφία.  Ένα λουτρό ψυχής. Ας μη μας αφήνει καμιά φορά ο ορθολογισμός να το παραδεχτούμε. Όμως αυτό γίνεται.
Και δεν περιορίζεται μόνο στα πρόσωπα και στα εκ των προσώπων απορρέοντα ετούτη η φωτογραφία. Φιλοπερίεργη και κουτσομπόλα ‘λέει’ κι άλλα. Προσέξτε, παρακαλώ, πίσω τα δυο σπίτια… Του Κυριαζόπουλου και του Μπλουγουρά. Ανεπίχριστα! Καμία σχέση με τη σημερινή τους όψη. Όπως τα άφησε ο χτίστης βλαχομάστορας! Το ‘βλαχο’ στη λέξη εδώ δε λειτουργεί υποτιμητικά ή επιτιμητικά. Αλλά τιμητικά. Έτσι λέγαμε τους καλούς μαστόρους χτίστες παλιά. Που κατέβαιναν από τα Λαγκάδια ή κι από την Ήπειρο. Βλαχομαστόρους.
Για κοιτάξτε κάτι που εξέχει στη στέγη του Μπλουγουρά – κουτσομπόλα φωτογραφία, αμάν το μάτι της, δεν της ξεφεύγει τίποτα! Είναι υποψία καπνοδόχου πάνω από το μαγερειό. Την κουζίνα τη λέγαμε μαγερειό. Που ήταν στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα. Βλέπετε και το χαγιάτι μακρυναρίκι; Τα δυο σημερινά σπίτια, του Μίμη και του Τάκη, τότε ήταν ενιαίο, ένα. Αποκαλύψεων συνέχεια: αριστερά και πίσω από το παιδί Βασίλη του Σπύρου, στο βάθος, διακρίνεται πλαγιαστή χαμηλή κεραμοσκεπή. Ήταν ο φούρνος, εκεί που τώρα είναι η κουζίνα. Πιο μπρος από κει διακρίνεται ένα δέντρο, ήταν μια θεριακλού μουριά, καταμεσής της αυλής. Ακόμα, πίσω ακριβώς από τα παιδιά Δημοσθένη και Βασίλη διακρίνεται ένα πέτρινο χτίσμα. Ήταν η τότε χαμηλή ξερολιθιά μάντρα της αυλής, η σημερινή έγινε το 1942. Μαρτυριάρα φωτό, εκτός από αναθερμάστρα γκαρδιακή!
                                                               ***                 

Δεν υπάρχουν σχόλια: