Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο Κολοκοτρώνης ένοιωσε ότι έρχεται το τέλος του

του Νικόλαου Παπαγεωργίου*

      Με τη συμπλήρωση 174 ετών από τον θάνατο του Θ. Κολοκοτρώνη, (4η Φεβρουαρίου 1843), θα κάνουμε μία σύντομη αναφορά στις τελευταίες του ημέρες και τον θάνατό του.
      Από την άνοιξη του 1842 ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε προαισθανθεί ότι πλησιάζει το τέλος του. Ταυτόχρονα αισθανόταν ότι έπρεπε να τακτοποιήσει και δύο εκκρεμότητες. Να συμφιλιωθεί με τους εχθρούς του και να παντρέψει τον υστερότοκο γιό του Κωνσταντίνο (Κολίνο). Άρχισε από την πρώτη.
      -Ο χάροντας – έλεγε - δεν μου δίνει άλλη διορία. Θα πάω να ιδώ τα λημέρια μου και όσους από τους παλιούς ζούνε. Θα με ρωτήσουν από τον κάτου κόσμο τι κάνουν οι σύντροφοί μας στον απάνου κόσμο, να ’χω να τους λέω.
      Έδεσε στα καπούλια του αλόγου του τον μικρό του γιό Πάνο που είχε αποκτήσει με την πρώην καλόγρια Μαργαρίτα Βελισσάρη, που του συμπαραστάθηκε όταν ήταν φυλακισμένος, και πήγε στον Μοριά. Επισκέφτηκε τα μέρη όπου πολέμησε  τους Τούρκους και τους νίκησε. Με όλους αγκαλιαζόταν και φιλιόταν.
   -Σας χαιρετώ – τους έλεγε – εγώ φεύγω.
Συμφιλιώθηκε στη Δημητσάνα με τους μοναχούς της Μονής Αιμυαλών που με προδοσία ενός μοναχού οι Τούρκοι έκαψαν την 1η/2ου 1806 τον αδελφό του Γιάννη (Ζορμπά) στο ληνό της Μονής. Στην πρόσκλησή τους να τους επισκεφθεί απάντησε:
      -Δεν έρχομαι στο μοναστήρι, γιατί θα με πνίξει το αίμα του αδελφού μου.
      Στη Στεμνίτσα του είχαν ετοιμάσει κλέφτικο τραπέζι.  Στήθηκε και χορός.  Ήταν
τότε που αλληλοπειράχτηκαν. Οι Στεμνιτσιώτες του είπαν ότι τα «πεσκέσια τα έστειλε στο Ζυγοβίστι» (τον πολυέλαιο που πήρε από το αρχοντικό του Χουρσίτ πασά στην Τριπολιτσά, και υπάρχει σήμερα στον Ι.Ν. του Σωτήρος, στο Ζυγοβίστι), και εκείνος του απάντησε πως και η Στεμνίτσα έβγαλε τρία κακά.
      -Να τα ακούσομε Καπετάνιε.
     - Τον γιό μου Γενναίο, την Βδόκω (Κουτσοευδοκία) και τον Ρήγα Παλαμήδη
      Πήγε στην Ύδρα και συμφιλιώθηκε με τον Κουντουριώτη που τον είχε φυλακίσει στο νησί. Συμφιλιώθηκε ακόμη και με τον Σχινά που ως υπουργός εξεβίαζε με τις λόγχες τους ηρωικούς δικαστές Πολυζωίδη και Τερτσέτη να υπογράψουν τη θανατική του καταδίκη.
      Επιστρέφοντας στην Αθήνα νήστεψε όλο το 40/θήμερο και στη συνέχεια πάντρεψε τον υστερότοκο γιό του Κωνσταντίνο (Κολίνο) με την κόρη του άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας Γιάννη Καρατζά.
      -Συμπεθέρεψε η γούνα με την κάπα, έλεγε με καμάρι.
      Ο Όθωνας είχε στείλει στο σπίτι του τη στρατιωτική μουσική. Σε τρεις ημέρες βρέθηκε καλεσμένος στον μεγάλο χορό του παλατιού όπου κάθε χρόνο γιορτάζονταν «τ΄αποβατήρια».  Ήταν χαρούμενος. Παρακάλεσα τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Παρακινούσε τις κυρίες της υψηλής κοινωνικής τάξεως να «πιαστούν στον χορό».  Είχε συμπεριφορά εφήβου. Το πρόσωπό του ήταν εύθυμο. Σε κάποια στιγμή ο Αναγνώστης  Δεληγιάννης του είπε:
       -Την ετσαλάκωσες στρατηγέ, δηλαδή εμέθυσες.
       -Όχι βρε άρχοντα, αλλά θέλω να γλεντήσω τα στερνά μου, του απάντησε ο Γέρος. Και για να μην την «αποτσαλακώσει» έφυγε και πήγε στο σπίτι του. Ξάπλωσε και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. «Προσεβλήθη καθ΄ ύπνον από αποπληξίαν» (εγκεφαλικό), γράφουν οι εφημερίδες της εποχής. Η Μαργαρίτα Βελισσάρη, που συζούσαν, στην αρχή δεν κατάλαβε τίποτε. Μόνο κατά τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα ένοιωσε πως ο Γέρος δεν ήταν καλά.  Ειδοποίησε τα παιδιά του.  Έφεραν τους καλύτερους γιατρούς της Αθήνας, τους Γλαράκη, Ρέζερ, Οικονόμου.  Τον φλεβοτόμησαν, του έβαλαν βδέλλες και σινάπι στα πόδια και χιόνι στο κεφάλι, αλλά δεν πέτυχαν τίποτε. Όταν συνήλθε για λίγο και είδε τόσες ανθρώπους συγκεντρωμένους γύρω του είπε στον γιο του Γενναίο.
      - Σου αφήνω τόσους φίλους όσα φύλλα έχουν τα κλαριά των δέντρων και φρόντισε να τους φυλάξεις.  Ήταν η ώρα 11η πρωινή της 4ης Φεβρουαρίου 1843 όταν ξεψύχησε. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την πόλη. Έκλεισαν τα καταστήματα και τα εργαστήρια και οι Αθηναίοι συγκεντρώθηκαν έξω από το σπίτι του. 
      Σε λίγη ώρα ακουγόταν το γοερό μοιρολόγι:
            Σε κλαίνε χώρες και χωριά, σε κλαίνε βιλαέτια
            Σε κλαίει η Τριπολιτσά, μαζί με την Αθήνα.
      Οι Έλληνες της εποχής, δεν  υπολόγιζαν καθόλου το «Casus belli», αφορμή πολέμου εκ μέρους της Τουρκίας.  Χαρακτηριστικό των διαθέσεων της εποχής είναι ότι οι διερχόμενοι από την πλατεία Ανακτόρων, στη συνέχεια Συντάγματος, βλέποντας τον Ανδρέα Κορομηλά να παρακολουθεί την ανέγερση του σπιτιού του δεν του έλεγαν το γνωστό «καλορίζικο» αλλά.
      -Κουκουβάγιες θα λαλήσουν κυρ Αντρέα, διότι όλοι πίστευαν ότι η Αθήνα είναι προσωρινή πρωτεύουσα, η οριστική θα ήταν ο Κωνσταντινούπολη!
      Επίσης νωρίτερα 1-12-1834, την ημέρα που αποβιβάστηκε ο Όθωνας στον Πειραιά, ερχόμενος από το Ναύπλιο στην νέα πρωτεύουσα «του Βασιλείου της Ελλάδος»,την Αθήνα, ο στρατηγός Νοταράς τον πλησίασε και προσφέροντας το άλογό του είπε:
      -Καβάλα το άλογό μου βασιλιά και να μας πας με αυτό και με τη βοήθεια του Θεού στην Πόλη.
      Με αυτές τις διαθέσεις διακατεχόμενοι, τον έντυσαν με τη στολή του Αντιστρατήγου, του έζωσαν το σπαθί που ξεκίνησε τον Αγώνα από την Καρδαμύλη, και για ν΄ αναπαύεται η ψυχή του και να εκδικείται και μεταθανάτια τον κακό γείτονα τον ασιάτη κατακτητή, που τόσο ταπείνωσε με το σπαθί του, του έβαλαν να πατά με τα τσαρούχια του μία τούρκικη σημαία.

* Το ερευνητικό κείμενο, που φέρνει στο φως σπάνιες λεπτομέρειες από τις τελευταίες ώρες του Γέρου του Μοριά, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Γορτυνία" (Φεβρουάριος 2017) και ευχαριστούμε θερμά τον κ. Παπαγεωργίου για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: