Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Κωνσταντίνος Γέμελος: Η εβδομάδα των Παθών στην Μακρόνησο, 1948

Κων/νος Γεμελος, Χαρακτικό από το Λεύκωμα "Μακρόνησος" του Γιώργου Φαρσακίδη*
Απόσπασμα από το βιβλίο "Ιστορία της Μακρονήσου" του Νίκου Μάργαρη**:
«Από τα τέλη Μαρτίου και πέρα, όλες αυτές τις ημέρες του Απριλίου, τις μέρες των παθών, τους είχαν αναγκάσει να στέκονται συνεχώς όρθιοι, φορτωμένοι όλα τα πράγματά τους (βαλίτσες, ρούχα ύπνου, δέματα κλπ.). Έτσι φορτωμένοι πηγαίνουν στη δουλειά, στις "διαφωτιστικές συγκεντρώσεις" κλπ., έτσι φορτωμένοι ξενυχτούν! Όρθιοι. Ο Γιάννης Πολίτης που από τα βασανιστήρια στα κρατητήρια της Γενικής Ασφαλείας είχε κομμένη τη γλώσσα του και σπασμένο το ένα πόδι, αναγκάζεται και αυτός να στέκεται φορτωμένος και όρθιος, στηριγμένος πάνω στα δεκανίκια του. Δεν του έδιναν ούτε ψωμί, ούτε νερό.
Τη Μεγάλη Παρασκευή οι βασανιστές Σωτηρόπουλος, Φίφας κλπ. γκρεμίζουν τα αντίσκηνα των κρατουμένων και τους βάζουν να τα στήσουν σε άλλες θέσεις. Ύστερα τα γκρέμιζαν πάλι και τους υποχρέωναν να τα στήσουν αλλού, για να τα ξαναγκρεμίσουν. Όσοι αργούσαν τάχα να τα στήσουν τους άρχιζαν στο ξύλο. Τη νύχτα κατάκοποι, χωρίς να έχουν προλάβει για λίγο να ησυχάσουν, δέχτηκαν νέα επίθεση. Με αλαλαγμούς και με μεγάλα ρόπαλα οι Α.Μ. και οι συνεργάτες τους γκρέμιζαν τα αντίσκηνα και κλοτσοπατούσαν και χτυπούσαν τους έντρομους κρατουμένους. Έσπαζαν τις στάμνες πάνω στα κεφάλια τους σκίζοντας πολλών τα μέτωπα και τα πρόσωπα και στερώντας τους το πολύτιμο νερό. Άλλους τους γύμνωναν και τους κρατούσαν όρθιους. Άλλους τους έβαζαν κάτω και χοροπηδούσαν επάνω τους και τους κλοτσούσαν. Άλλους τους έριχναν στη θάλασσα. Κι αυτό κράτησε όλη τη νύχτα.
Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ χτυπούσε "Ανάσταση" η καμπάνα, τρομακτικές κραυγές ακούγονταν από τις σκηνές. Εκείνη την ώρα είχαν κάνει νέο "νυχτερινό ντου" ο Φίφας, ο Μαυρολέων κλπ. και είχαν πάρει τον Τατάκη και τον Γέμελο και τους έριξαν στη θάλασσα δεμένους μαζί από τα χέρια.
Την Κυριακή του Πάσχα, μάλιστα, την Κυριακή ανήμερα της Λαμπρής, οι επιθέσεις και τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν στην "απομόνωση" του αριστερού «κλωβού». Ο πάτερ Κορνάρος όμως δεν έβλεπε, δεν άκουγε τίποτε, ήταν απορροφημένος με τη "Θεία Λειτουργία"». (Σελ. 237 - 238, Τόμος 2ος).
«Όταν κανείς πήγαινε πρωί στα αποχωρητήρια, στην αρχή που ήρθαμε στο Γ' Τάγμα, έβλεπε ένα, δυο και τρεις ξαπλωμένους. Άλλος έκοβε τον λαιμό του, άλλος έκοβε τα χέρια του και μέχρι το πρωί πέθαιναν.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, το βράδυ, μας πήγαν στην εκκλησία στα 12 Ευαγγέλια, ύστερα δηλαδή από δυο μήνες περίπου απ' τα επεισόδια στο Α΄ Τάγμα. Εγώ έκαναν παρέα με κάποιον Καβρουλάκη Δημήτριο απ' τα Χανιά και ενώ λειτουργούσε ο παπάς, εμείς λέγαμε για τους δικούς μας πώς θα κάνουν και φέτος Πάσχα χωρίς εμάς. Εν τω μεταξύ είμαστε γύρω στις 8.000 και οι τελευταίοι δεν ακούγαμε τίποτα, μόνο τον παπά βλέπαμε που έβγαινε στην πόρτα της εκκλησιάς κι έλεγε το Ευαγγέλιο και ξαναπήγαινε μέσα για μια στιγμή. Λέω στον Καβρουλάκη:
- Θαρρώ πως τα Ευαγγέλια τελείωσαν, πάμε να φύγουμε;
Και ξεκινήσαμε. Αλλά οι μαγκουροφόροι μας φυλάγανε να μην φύγουμε. Ο Καβρουλάκης τους έλεγε οι "απόστολοι".
Μόλις φθάσαμε στα αποχωρητήρια, φθάνουν οι "απόστολοι" και μας κάνουν αγνώριστους. Με την κουβέρτα μας πήραν συνάδελφοί μας και μας πήγαν στη σκηνή. Κι έτσι κάναμε Πάσχα ξάπλα στη σκηνούλα μας». (Σελ. 230, Τόμος 2ος).
«...Ανάρια ανάρια ακούγονται βογκητά. Κάνω ν' ανοίξω τα μάτια, τίποτα. Δοκιμάζω να κουνηθώ, μα δεν τα καταφέρνω. Δεν ορίζω τον εαυτό μου. Τα χέρια δε δουλεύουν, μήτε τα πόδια. Μουλιάζω στο αίμα και το κορμί μου καίει. Έτσι αποκαμωμένος ακούω μόνο τα αγκομαχητά που ολοένα σβήνουν. Γιατί σβήνουν; Η αγωνία αρχίζει να με σφίγγει. Γιατί σβήνουν τα αγκομαχητά; Ηθελα να κλάψω δυνατά, μα δάκρυ δεν κυλάει.
Ακούω καλά;
Απ' την απέναντι πολιτεία φτάνουν αχνά στ' αφτιά μου γλυκόηχοι χτύποι! Είναι η Ανάσταση και χτυπάνε οι καμπάνες στις εκκλησιές. Είναι η μεγάλη γιορτή της Αγάπης και της ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους! Χτυπάνε οι καμπάνες!». (Σελ. 437, Τόμος 2ος)

* Το λεύκωμα «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ», με σχέδια και κείμενα του Γιώργου Φαρσακίδη, τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1964.  Ήταν το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε με εικαστικές μαρτυρίες και κείμενα που κατονόμαζαν επώνυμα τους βασανιστές και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου.
** "Το βιβλίο τούτο δεν γράφτηκε για να διαφημίσει ή να κακολογήσει με κλειστά μάτια τη Μακρόνησο. Όσοι αφηγούνται περιστατικά και γεγονότα εδώ μέσα, δεν είναι ούτε δεύτερα, ούτε τρίτα πρόσωπα. Όλοι ζήσαν εκεί. Γευτήκανε, γνωρίζουνε, θυμούνται.
Το βιβλίο τούτο δεν έρχεται να καταδικάσει εκ των προτέρων μια μερίδα και να βγάλει ασπροπρόσωπη μια άλλη.
Δεν ξεκίνησε με πρόθεση να στιγματίσει βασανιστές και να ηρωοποιήσει θύματα.
Στους ήρωες και στους βασανιστές είναι οι πράξεις που μιλάνε.
Από την ίδρυση των αναμορφωτηρίων έχουνε περάσει δέκα οχτώ χρόνια. Είναι αρκετά για να μπορούμε να σηκώσουμε σήμερα, απαλλαγμένοι από κάθε ψυχικό βρασμό και σκοπιμότητα, έστω και πάνω από τα ερείπια, το πέπλο που σκεπάζει τη Μακρόνησο.
Να κοιτάξουμε και τα δυο της πρόσωπα. Μα πιο πολύ το άγνωστο. Εκείνο το πρόσωπο που το γνωρίσανε και το θυμούνται ακόμα μόνο εκείνοι που το ζήσανε.
Ναι. Υπάρχει και το δεύτερο πρόσωπο. Το πραγματικό. Σ' αυτό βρίσκεται αποκρυσταλλωμένη η ιδέα που γέννησε, ανάθρεψε και γκρέμισε τη Μακρόνησο. Το πρόσωπο που τόσο πολύ έγινε αντικείμενο σκληρών δημοσίων συζητήσεων. Που συγκλόνισε τον έξω κόσμο και σχολιάστηκε πολύ. Το πρόσωπο που αμφισβητήθηκε. Που σκόπιμα "ερμηνεύτηκε" ή παρερμηνεύτηκε. Που μερικοί το κρύψανε. Και άλλοι το δικαιολογήσανε. Το πρόσωπο, που ορισμένοι δεν καταδέχτηκαν ή φοβήθηκαν να πάνε να το ιδούνε. Ενώ άλλοι τρέξανε να το καταδικάσουν επίσημα ή ανεπίσημα όταν είχε πεθάνει πια.
Αν το "πείραμα" των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί.
Καλή ή άσχημη, αυτή είναι η απλή, η γυμνή αλήθεια. Και δε λέγεται για να βρίσει ή να ταπεινώσει εκείνους που για λογαριασμό τους υπήρξε και παραμένει πικρή και δυσάρεστη.
Η αλήθεια, όσο και να την καταπνίγουμε, δεν μπορεί να κρυφτεί για πάντα.
Το βιβλίο τούτο είναι ένα ημερολόγιο. Είναι μια συλλογή με βιώματα. Με ζωντανά περιστατικά, που συνθέτουν μια τραγωδία, και που δε γίνεται να μείνει στην αφάνεια. Έχει μια θέση στην εθνική μας ιστορία. Κανένας δεν μπορεί να την αρνηθεί.
Ο συγγραφέας δεν παρακινήθηκε από τη φιλοδοξία να προσθέσει, σώνει και καλά, μια σελίδα στην Ιστορία του Έθνους.
Τρία χρόνια στη Μακρόνησο, πόνεσε κι έκλαψε μαζί με τις δεκάδες χιλιάδες τους φαντάρους, τους αξιωματικούς, τους εξόριστους και τους φυλακισμένους που πέρασαν από τα αναμορφωτήρια.
Έζησε, είδε από κοντά, άκουσε, σημείωσε.
Κι όταν η περιπέτεια κάποτε σταμάτησε, ξαναδούλεψε όσα στοιχεία υπομονετικά και με λαχτάρα συγκέντρωσε εκείνη την εποχή.
Ξέθαψε και ξανακοίταξε τα γραφτά του, όσα σημειώματα είχανε σωθεί. Έτρεξε σε κάθε πηγή που θα μπορούσε να φορτίσει ακόμα πιο πολύ το απέραντο τούτο θέμα, συγκέντρωσε νέο, άγνωστο ή ξεχασμένο υλικό.
Συζήτησε πάλι και πάλι, άκουσε, ρώτησε, συμβουλεύτηκε.
Ύστερα από πολλά χρόνια δύσκολη και κουραστική δουλειά γεννήθηκε τούτο το βιβλίο. Ένα βιβλίο που το γράψανε όλοι εκείνοι. Οι σκοτωμένοι και οι ζωντανοί της Μακρονήσου".



Νίκος Μάργαρης 

(Από την παρουσίαση της έκδοσης, Ιανουάριος 1982)

Δεν υπάρχουν σχόλια: