Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Βομβαρδισμός Δημοτικού Σχολείου Κάτω Αμπελοκήπων

 Απόσπασμα από το βιβλίο "Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση 1941-44" του Θεόδωρου Κ. Μπλουγουρά


* Πρόκειται για μια καταγραφή των αναμνήσεων του συγγραφέα από τα ηρωικά και ανεπανάληπτα εκείνα χρόνια, αναμνήσεων που σημάδεψαν τη ζωή του στα χρόνια της εφηβείας του και που άφησαν μέσα του εικόνες ανεξίτηλες, χαραγμένες με πυρακτωμένη ακίδα στην επιφάνεια της καρδιάς του. Είναι μια αληθινή, πειστική καταγραφή συγκεκριμένων γεγονότων με συγκεκριμένα πρόσωπα, και όχι διηγήσεις απλώς βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα. [...] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)


Σπάνιο αδημοσίευτο ντοκουμέντο, που έρχεται στο φως για πρώτη φορά, από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, σχετικά με την μεταφορά Γερμανικών πυροβόλων για τον βομβαρδισμό του οικισμού Κάτω Μηνάγια και του Αρχηγείου της Εθνικής Αντίστασης. 




Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η ιστορική παραδοσιακή κρήνη των Κάτω Αμπελοκήπων Μεσσηνίας αναμένει τη διάσωση και την αποκατάστασή της


Οι κρήνες στο πέρασμα του χρόνου      
      Από τα πανάρχαια χρόνια, οι άνθρωποι, έχοντας εκτιμήσει την αξία του νερού, ανέπτυξαν τεχνικές για τη συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του.  Στην αρχαία Ελλάδα, οι κρήνες αρχικά ήταν ένα απλοϊκά σκαμμένο κοίλωμα σε πέτρα κοντά στην πηγή και σταδιακά, απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα. Γνωστές ήταν η Κασταλία στους Δελφούς, η Πειρήνη στην Κόρινθο, η κρήνη Κλεψύδρα στη Μεσσηνία κ.α.  Στην αρχαία Ρώμη υπήρχαν οι δημόσιες κρήνες, όπως και τα «νυμφαία», κρήνες όπου το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό.  Στο Βυζάντιο συναντάμε τη «φιάλη», την κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο έντονα επηρεασμένο από την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. 
      Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, ενώ για να το αποκτήσουν και να το διαχειριστούν κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες.  Όλα τα παραπάνω, εκφράστηκαν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, όπως φτερωτούς δράκους, δαίμονες κ.α.  Στα νεότερες παραδόσεις επιβιώνουν πολλές δεισιδαίμονες, πράξεις που συνδέονται με την αρχέγονη λατρεία του νερού.  Οι δοξασίες αυτές επηρέασαν και το διάκοσμο της υπαίθριας κρήνης, με συμβολικά και αποτρεπτικά μοτίβα, όπως δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, γοργόνες κ.α.  
      Στην Ελλάδα, δημιουργοί των κρηνών ήταν οι παραδοσιακοί τεχνίτες της πέτρας, από διάφορες περιοχές, όπως η Ήπειρος, η Αρκαδία κ.α..  Οι τεχνίτες αυτοί ήταν οργανωμένοι σε ομάδες από 5-10 άτομα και έφταναν στα μεγάλα μπουλούκια τους 100, ενώ πήρχαν όλες οι ειδικότητες, όπως χτιστάδες, λασπητζήδες, πελεκάνοι, λιθοξόοι κ.α.  Ταξίδευαν όπου έβρισκαν δουλειά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες και διατηρούσαν την παράδοση της οικοδομικής τέχνης, παρόλο που δέχονταν παραγγελίες για σχέδια και έτσι, επιδράσεις στην τεχνική τους.  Οι ομάδες αυτές ήταν οι κυριότεροι εκφραστές αλλά και «ανανεωτές» της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
      Αρχιτεκτονικά η κρήνη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανοιχτού ή κλειστού τύπου.  Αποτελείται από πέτρινη ή μαρμάρινη ορθογώνια κατασκευή στο πλάι της οποίας προσαρμόζεται κολώνα ή δοκός (παραστάδα), που μπορεί να καταλήγει σε τριγωνικό αέτωμα (τύμπανο) ή τοξωτή πύλη (αψίδα).  Οι ανοιχτές κρήνες έχουν ένα ορθογώνιο τοίχο στην πρόσοψη του οποίου υπάρχει άλλοτε τυφλή μονή ή διπλή αψίδα και άλλοτε παραλληλόγραμμη αβαθής εσοχή και σε ύψος ενός περίπου μέτρου από το έδαφος ένα στόμιο εκροής (κρουνός).  Μικρή ποσότητα νερού μπορεί να συγκρατείται αρχικά σε ένα κοίλωμα που ονομάζεται χούφτα.  Στη βάση του τοίχου μεταξύ δυο πεζουλιών το νερό συγκεντρώνεται σε ορθογώνια λεκάνη (γούρνα) που χρησιμεύει στο πότισμα των ζώων.  Στην πρόσοψη μπορεί να υπάρχουν μικρές ορθογώνιες κοιλότητες (παραθύρες) για την τοποθέτηση μικροαντικειμένων.  Οι κλειστού τύπου κρήνες σκεπάζονται με τετράπλευρη στέγη σε σχήμα χαμηλής πυραμίδας ή με χτιστό θόλο.  Η στέγη στηρίζεται σε έναν, δύο ή τρεις τοίχους, και κολώνες αντίστοιχα, κατασκευασμένες από ξύλο ή πέτρα, ενώ  το εσωτερικό δάπεδο είναι πλακόστρωτο και η αποχέτευση του νερού γίνεται συνήθως με μικρό υπόγειο κανάλι.

Η παραδοσιακή κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων
      Η παραδοσιακή κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων βρίσκεται στην νοτιοανατολική πλευρά των ορίων του οικισμού, σε απόσταση 200 μέτρων από το κέντρο του, στη θέση «βρύση» ή «βαένι», σε ένα ανοικτό πλάτωμα, δίπλα από μια αιωνόβια μνημειακή βελανιδιά (αριά), με περίμετρο βάσης που ξεπερνά τα 3 μέτρα (αξίζει να σημειωθεί ότι πληροί όλα τα κριτήρια για να χαρακτηρισθεί «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης»).  Ακόμη, πλάι και απέναντι του ανοικτού απλώματος βρίσκεται το ιστορικό μυλαύλακο, ένα υδάτινο χωμάτινο κανάλι που έφερνε νερό από δύο κοντινές πηγές, το «κεφαλόβρυσο» και την «σκασμάδα», δίνοντας στην μέχρι εκεί πορεία του  κίνηση στον υδρόμυλο και την νεροτριβή των Λαμπραίων, συνέχιζε προς τους υπόλοιπους υδρόμυλους του Μηναγιώτικου ρέματος, ποσοτικά αυξανόμενο με το σταθερά τρεχούμενο νερό της κρήνης.  Η κρήνη αυτή αποτελεί ένα ιδιαίτερο αγροτικό μνημείο ανώνυμης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, που διηγείται με τον πιο εύληπτο τρόπο την καθημερινότητα των κατοίκων του οικισμού κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου, της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητας των ανθρώπων της περιοχής.
      Μορφολογικά ανήκει στον τύπο της απλής ανοικτής κρήνης και αποτελείται από πέτρινη παραλληλόγραμμη ορθογώνια κατασκευή, που έχει κατασκευαστεί με ιδιαίτερη τεχνική δεξιότητα.  Είναι φτιαγμένη με λιθοδομή, με κοινούς λίθους, πωρόλιθους και σχιστόπλακες της περιοχής, ενώ ως συνδετικό κονίαμα έχει χρησιμοποιηθεί κοινή λάσπη και κομμάτια κεραμιδιών βυζαντινού τύπου σε άτακτη διάταξη.  Η λιτή πρόσοψη της έχει κατασκευαστεί μερικώς από πωρόλιθους και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ισχυρή κατασκευή, καθώς αντέχει τις πιέσεις και την διάβρωση που προκαλεί το νερό σε μόνιμη βάση.  Η κρήνη τρέχει πηγαίο τρεχούμενο νερό σταθερής ροής, το οποίο φτάνει στην κρήνη μέσα από ένα υπόγειο κανάλι αγωγού ύδρευσης από κοντινή πηγή με την ομώνυμη ονομασία «Βρύση», που βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων.  Το μήκος της ορθογώνιας κατασκευής αγγίζει τα 3 μέτρα και το ύψος της ξεπερνά τα 2 μέτρα, ενώ στα δύο πλευρικά μέρη φέρει μικρού μήκους και ύψους πέτρινο τοίχο αντιστήριξης.  Στην επίπεδη πρόσοψη και σε ύψος ενός περίπου μέτρου από το έδαφος ανοίγονται δύο στόμια εκροής (κρουνοί) του νερού που χύνονται σε δύο περίτεχνες λίθινες γούρνες (κούπες ή χούφτες).  Το νερό εισέρχεται από το πίσω μέρος της ορθογώνιας κατασκευής, διαμέσου ενός πέτρινου εσωτερικού καναλιού και μέσω μιας καινοτόμου περίτεχνης εσωτερικής διακλάδωσης μεταφέρει ισομερώς το νερό στα δύο στόμια εκροής. 
      Σχετικά με την χρονολόγηση της, η κατασκευή της κρήνης ανάγεται στο έτος 1908, σύμφωνα με την δυσδιάκριτη πλέον ανάγλυφη χρονολογία που βρίσκεται στο μέσο της πρόσοψής της.  Πρόκειται για μια χρονική περίοδο, όπου, ο οικισμός ανήκε διοικητικά στον πρώην Δήμο Μεθώνης και παρουσιάζει μια αισθητή αύξηση του πληθυσμού, με αναμενόμενη ανάλογη αύξηση των αναγκών για ύδρευση.  Είναι χαρακτηριστικό, ότι, στις δύο τελευταίες απογραφές του 19ου αιώνα, που διενεργήθηκαν τα έτη 1889 και 1896, παρατηρείται μια πληθυσμιακή στασιμότητα (πιθανόν και λόγω των ανθρώπινων απωλειών του σεισμού του 1886) καθώς οι κάτοικοι του οικισμού παραμένουν αξιοσημείωτα σταθεροί στους 122, ενώ στην πρώτη απογραφή του 20ου αιώνα, που έγινε το 1907, παρατηρείτε μια αισθητή αύξηση που αγγίζει το 25% και αποτυπώνεται αριθμητικά στους 151 κατοίκους.  Η πληθυσμιακή αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στην μετακίνηση και μόνιμη εγκατάσταση μέρους των κατοίκων από τον τότε όμορο οικισμό Ξάκαλη ή Τσάκαλι, καθώς ο μεγάλος σεισμός που έγινε στις 15 Αυγούστου του 1886, μεγέθους 7,5 Ρίχτερ, (326 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 800 τραυματίστηκαν, ενώ 6.000 σπίτια κατέρρευσαν ή υπέστησαν σημαντικές ζημιές) προκάλεσε πιθανόν μεγάλες ζημιές, με αποτέλεσμα την σταδιακή εγκατάλειψή του.  Είναι χαρακτηριστικό, ότι, στην απογραφή του 1879 ο οικισμός Ξάκαλη έχει 32 κατοίκους, ενώ στην επόμενη απογραφή του 1889 δεν υφίσταται.  Έτσι, η απογραφή του 1907 αποτυπώνει τον μεγαλύτερο πληθυσμό του οικισμού από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους, με ότι αυτό σημαίνει σε σχέση με τις ανάγκες ύδρευσής του.  Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι, η κρήνη αποτέλεσε ένα έργο άμεσης ανάγκης, καθώς η αύξηση του πληθυσμού μεγάλωσε τις ανάγκες ύδρευσης.  Εάν και η κρήνη είναι έργο ανωνύμων δημιουργών, όπως άλλωστε συμβαίνει με πολλά έργα του αγροτικού πολιτισμού, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι χορηγοί των εξόδων κατασκευής της θα πρέπει να ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι του οικισμού.  Η ονομασία της κρήνης προέρχεται από τα  κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της και ονομάζεται από τους γηγενείς κατοίκους ως «Λιμπιά» (Λίμπα συνήθως σημαίνει κοίλωμα πέτρας πλήρες ύδατος, ενώ υποκοριστικά το λιμπί σημαίνει μικρή γούρνα ή δεξαμενή). 
      Ανάμεσα στην κρήνη και το μυλαύλακο, στο ανοικτό πλάτωμα υπήρχε υποτυπώδες φυσικό πλακόστρωτο, όπου οι νοικοκυρές του οικισμού μέχρι την δεκαετία του 1970 έπλεναν τα ρούχα τους.  Ακόμη, η κρήνη για περισσότερο από μισό αιώνα, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, αποτελούσε την βασική εστία υδροδότησης του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων.  Έτσι, αποτελούσε σημείο συνάντησης και επικοινωνίας, καθώς σε καθημερινή βάση οι κάτοικοι του οικισμού έφταναν εκεί για να προμηθευθούν το απαραίτητο νερό για τις ανάγκες της οικογένειάς τους.  Παράλληλα, η κρήνη αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό ανάπαυλας και ξεκούρασης για ανθρώπους και ζώα, που κατευθύνονταν τόσο προς τις αγροτικές τους ασχολίες, όσο και προς τους τρείς υδρόμυλους της κοντινής περιοχής, ενώ αποτελούσε σημείο  ανεμελιάς και παιχνιδιών των παιδιών, στη διαδρομή τους για τον οικισμό από το ιστορικό σχολειό, ως εναλλακτική διαδρομή.  Η αντίστροφη μέτρηση για την κρήνη άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν ο οικισμός άρχισε να υδροδοτείται κατευθείαν με σύστημα αγωγών ύδρευσης από την πηγή του «κεφαλόβρυσου».  Έτσι, η κρήνη σταδιακά χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, πολλές φορές μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύετε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης της περιοχής.  Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια κατασκευής ενός δικτύου αγωγών άρδευσης τη περιοχής, κάποιες υδραυλικές εργασίες, ώστε το νερό της κρήνης εναλλακτικά να αρδεύει τις καλλιέργειες της περιοχής, επηρέασαν αρνητικά την τεχνική και αισθητική υπόσταση του αγροτικού μνημείου, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει πλέον άμεσα.  Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα η εικόνα εγκατάλειψης ολοκληρώνεται, διότι ο αγωγός που διοχέτευε τρεχούμενο νερό στις δύο γούρνες της κρήνης κλείνει οριστικά, καθώς τα φερτά υλικά της βροχής, σε συνδυασμό με την αυτοφυή βλάστηση, κλείνουν τα δύο στόμια εκροής του νερού.  Όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 2010, η κρήνη καθαρίστηκε, τα στόμια εκροής άνοιξαν και η κρήνη άρχισε και πάλι να λειτουργεί και να τρέχει πηγαίο νερό.  Η κρήνη σήμερα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα στατικά προβλήματα, ωστόσο τεχνικές αστοχίες συντήρησης και παρεμβάσεων των τελευταίων δεκαετιών έχουν αλλοίωση την τεχνική και αισθητική υπόστασή της.  Παράλληλα, η αυτοφυής έντονη βλάστηση περιμετρικά της ορθογώνιας κατασκευής, καθώς και η αποσαθρώσεις σε ορισμένα σημεία του κονιάματος της πρόσοψης επιβαρύνουν περισσότερο το μνημείο.  Αυτό το αγροτικό αρχιτεκτονικό μνημείο, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον και την ιστορία των υδρόμυλων της περιοχής, δημιουργεί ένα τοπίο ανεκτίμητης αξίας που οφείλουμε να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε, καθώς αποτυπώνει την ιστορία και τον πολιτισμό της ανθρωπογεωγραφίας του οικισμού.

Αποκατάσταση και ανάδειξη
      Είναι χαρακτηριστικό ότι, το Καλοκαίρι του 2015 κλιμάκιο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας επισκέφτηκε την ιστορική κρήνη, ώστε βάσει των ιστορικών και αρχιτεκτονικών της στοιχείων, να μελετήσει το πλαίσιο προστασίας της και τις δυνατότητες χαρακτηρισμού της ως νεωτέρου μνημείου.  Όμως, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας, σχετικά με την διαχρονική φθορά της κρήνης και τις άστοχες έως επικίνδυνες τεχνικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών, που επηρέασαν αρνητικά την ομαλή λειτουργία, την τεχνική δομή και την αισθητική της κρήνης, διαπιστώνουμε ότι η κρήνη χρειάζεται άμεσα ειδική αρχιτεκτονική μελέτη για την τεχνική και αισθητική αποκατάστασή της.  Έτσι, οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης, από εξειδικευμένη τεχνική ομάδα που ειδικεύεται σε τέτοιου είδους μνημεία, θα δώσουν την δυνατότητα διάσωσης και ανάδειξης ενός σημαντικού αγροτικού μνημείου της περιοχής.  Έχοντας λοιπόν υπόψη, την παρούσα κατάσταση που βρίσκεται η κρήνη, την ανάγκη προστασίας του μνημείου και την εξασφάλιση της υγιεινής του περιβάλλοντος αυτής χώρου, την ανάγκη ασφαλούς και απρόσκοπτης χρήσης του χώρου από τους επισκέπτες,  την ουσιαστική μέριμνα για την ανάδειξη και προβολή του τόπου και των μνημείων του, καταλήγουμε ότι χρειάζεται άμεσα να υπάρξουν πρωτοβουλίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες της πολιτείας για την διάσωση και αποκατάσταση ενός ιδιαίτερου και μοναδικού «ζωντανού» μνημείου της περιοχής της νότιας Μεσσηνίας.   
      Έτσι, για την τεχνική και αισθητική αποκατάσταση της κρήνης, ώστε το μνημείο να επανέλθει, κατά το δυνατόν, στην αρχική του μορφή, θα χρειαστεί να γίνουν στοχευμένες ειδικές τεχνικές παρεμβάσεις, που θα αφορούν στην καθαίρεση του υπάρχοντος πρόσθετου / νεότερου τσιμεντοκονιάματος στην κορυφή της κρήνης και την εκ νέου τοποθέτηση και αρμολόγηση των λίθων με κονίαμα ανάλογης σύστασης με της αρχικής κατασκευής, στον καθαρισμό των λίθων της κρήνης, στην επανατοποθέτηση πλακόστρωτου σε όλη την έκταση που ανοίγεται έμπροσθεν της κρήνης με λιθόπλακες που να είναι συμβατές με τα αρχιτεκτονική ταυτότητα της κρήνης, στην κατασκευή υπόγειου καναλιού υδάτων από το έμπροσθεν σημείο της κρήνης έως το μυλαύλακο (απόσταση περίπου 15 μέτρων), ώστε ο χώρος του πλακόστρωτου να είναι ελεύθερος και ασφαλής για τους επισκέπτες, στην τοποθέτηση παραδοσιακών φωτιστικών ιστών και πέτρινων ή ξύλινων καθιστικών περιμετρικά και σε κάποια απόσταση από το χώρο της κρήνης, ώστε να μην επηρεάζεται η αισθητική φυσιογνωμία του μνημείου και στην ανάρτηση ξύλινης πινακίδας με πληροφοριακά στοιχεία για την αρχιτεκτονική και ιστορική ταυτότητα του μνημείου.  Ακόμη θα μπορούσαν να φυτευτούν μια σειρά δέντρων, συμβατά με την χλωρίδα της περιοχής, περιμετρικά του ανοικτού χώρου.  Τέλος, θα πρέπει να απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από την κρήνη, ο αγωγός που βρίσκεται στο αριστερό τμήμα της και χρησιμοποιείται για άντληση και μεταφορά νερού, από αγροτικά μηχανήματα, για άρδευση των καλλιεργειών της ευρύτερης περιοχής (αξίζει να σημειωθεί, ότι, ο αγωγός αυτός εφάπτεται με τον αριστερή πλευρά της κρήνης και πέραν του αρνητικού της αλλοίωσης της αισθητικής φυσιογνωμίας του  μνημείου, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος καταστροφής της λίθινης περίτεχνης κούπας από αγροτικά μηχανήματα που προμηθεύονται νερό για άρδευση).  
      Η παραπάνω πρόταση αποκατάστασης και ανάδειξης της ιστορικής κρήνης, στόχο έχει, να διασώσει ένα ιδιαίτερο αγροτικό μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, στενά συνδεδεμένο για περισσότερο από έναν αιώνα με τη ζωή και την γεωργοκτηνοτροφική οικονομία της ευρύτερης περιοχής, να αναδείξει την ιδιαίτερη ιστορία και φυσιογνωμία του «ζωντανού» μνημείου και του χώρου ύπαρξής του, καθώς και των ιδιαίτερων αισθητικών χαρακτηριστικών του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής του μνημείου και να δημιουργήσει ένα ελκυστικό χώρο για τους κατοίκους και τους επισκέπτες του οικισμού.  Επίσης, η πρόταση αυτή, προσδοκά να αποτελέσει την βάση μελέτης για τις αρμόδιες δημοτικές και περιφερειακές αρχές, ώστε το μνημείο να συντηρηθεί, να αναδειχθεί και να ξαναβρεί την αρχική του όψη και τελικά να αποτελέσει ένα ιδιαίτερο τοπόσημο αναφοράς και αναψυχής.  Τέλος, στόχος είναι, μέσω της διάσωσης και αποκατάστασης της ιστορικής κρήνης να αναδειχθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος της περιοχής του μνημείου, όπως οι ιστορικοί υδρόμυλοι, η σπάνια χλωρίδα και πανίδα, τα δύο μεσαιωνικά οχυρά κ.α., που το καθιστούν ως ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό τοπίο που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας, σεβασμού και ανάδειξης.
      Ολοκληρώνοντας την μελέτη αυτού του ιδιαίτερου μνημείου, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ιστορική κρήνη αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την γνωστή διεθνή ζωγράφο Joanna Kordos, γόνο Ελλήνων μεταναστών από τον συγκεκριμένο οικισμό που έφυγαν για την Αυστραλία την δεκαετία του 1970, που ζει στην Μελβούρνη.  Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της εκστρατείας διάσωσης του ιστορικού σχολείου του οικισμού, που η ζωγράφος πρωτοστατεί, δημιουργεί αυτό το χρονικό διάστημα ένα ζωγραφικό πίνακα με θέμα την ιστορική κρήνη, ώστε το ζωγραφικό έργο να εκτεθεί σε διαδικτυακό οίκο δημοπρασιών έργων τέχνης και τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν από την πώληση του έργου θα διατεθούν για τη διάσωση του εμβληματικού σχολείου.  Παράλληλα, αριθμημένα συλλεκτικά αντίτυπα του έργου με την υπογραφή της καλλιτέχνιδας θα διατεθούν έναντι συμβολικής τιμής για τον ίδιο σημαντικό σκοπό.
      Έτσι, η ιστορική κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων,  που φέτος συμπληρώνει μια επετειακή ημερομηνία, καθώς κλείνει 110 χρόνια από την κατασκευή της, αποτελεί ένα μοναδικό αγροτικό μνημείο παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής και ένα ιδιαίτερο τοπόσημο του οικισμού, άμεσα συνδεδεμένο με την συλλογική μνήμη και την ιστορία του τόπου, που χρήζει άμεσης πολιτειακής παρέμβασης, ώστε να διασωθεί και να αναδειχθεί, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.
     
Δημοσθένης Κορδός
Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

*Το κείμενο μελέτης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα "Ελευθερία" της Μεσσηνίας στις 13.05.2018

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Δημοτικό Σχολείο Κάτω Αμπελοκήπων: Συνοπτική Ιστορική και Αρχιτεκτονική Τεκμηρίωση

Συνοπτική Ιστορική Τεκμηρίωση

·                    Στις 2 Ιουνίου 1921, βάσει βασιλικού διατάγματος «περί ιδρύσεως, προαγωγής και συγχωνεύσεως δημοτικών σχολείων», υπογράφεται, εν μέσω πολέμου, από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, στο Κορδελιό της Σμύρνης,  η ίδρυση κοινού Δημοτικού Σχολείου στον οικισμό Κάτω Μηνάγια, του τέως Δήμου Μεθώνης, ενώ η απόφαση υπογράφεται και από τον υπουργό Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Θεόδωρο Ζαΐμη και δημοσιοποιείται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19 Ιουλίου 1921.
·                    Το 1932 ξεκίνα η κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου, ύστερα από δωρεά οικοπέδου στα όρια του οικισμού, βάσει υποδείγματος αρχιτεκτονικού σχεδίου αγροτικού μονοτάξιου διδακτηρίου (σχέδιο του 1927) του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.  Η κατασκευή του κτηρίου ολοκληρώθηκε το 1934, ύστερα από υπεράνθρωπες προσπάθειες των κατοίκων του οικισμού, ενώ εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 1935 μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και συγκίνησης, με πρώτη δασκάλα την Όλγα Σαρατσιώτη (1913 -1979), καταγόμενη από τον οικισμό Καλλιθέα.
·                    Χρονική περίοδο σχολικής λειτουργίας: 1935 – 1970
·                    Αποτέλεσε Αρχηγείο Εθνικής Αντίστασης Νότιας Μεσσηνίας την χρονική περίοδο 1941 - 1944
·                    Αποτέλεσε επίσης έδρα της επαρχιακής επιτροπής του ΕΑΜ, έδρα της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ, έδρα του επαρχιακού γραφείου του ΚΚΕ, έδρα της «Εθνικής Αλληλεγγύης Πύλιας», έδρα της Επιμελητείας του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, έδρα ενός Λόχου του μόνιμου ΕΛΑΣ του 9ου Συντάγματος καθώς και έδρα του εφεδρικού ΕΛΑΣ.
·                    Αποτέλεσε την κεντρική εστία οργάνωσης και καθοδήγησης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Νότιας Μεσσηνίας, χώρο συναντήσεων και συμβουλίων των πολυάριθμων στελεχών του ΕΛΑΣ, εστία των καταδιωκόμενων αγωνιστών από τους κατακτητές την περίοδο της κατοχής και χώρο ανεφοδιασμού των αντιστασιακών οργανώσεων της ευρύτερης περιοχής της Πυλίας
·                    Αποτέλεσε το χώρο όπου έγινε η «Παμπύλια Συνδιάσκεψη» της Επαρχιακής Επιτροπής Πυλίας, τον Φεβρουάριο του 1943, με κύριο θέμα την οργάνωση και την διεξαγωγή εκλογών σε όλη την επικράτεια
·                    Αποτέλεσε κατάλυμα για το πρώτο ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ που κατεβαίνει στην Μεσσηνία τον Οκτώβριο του 1943.
·                    Αποτέλεσε το χώρο της πρώτης σύσκεψης στελεχών του ΚΚΕ, τον Φεβρουάριο του 1944, με θέμα «Η ανάπτυξη και ο συντονισμός του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα». Στη σύσκεψη αυτή, μεταξύ των πολυάριθμων στελεχών, θα συμμετάσχει και ταγματάρχης των Βαλκανικών Πολέμων, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Αλβανικού μετώπου, Ηλίας Κλάπας και μετέπειτα Διοικητής του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και ο Γραμματέας του επαρχιακού συμβουλίου της ΕΠΟΝ Πυλίας Γιάννης Χρονόπουλος ή «Ραφαήλος»
·                    Μέσω του αρχηγείου της Εθνικής Αντίστασης και των στελεχών της οργάνωσης, στελέχη με τεχνικές γνώσεις, το 1943, εκμεταλλευόμενοι την ύπαρξη του Μηναγιώτικου ρέματος στην περιοχή, δημιούργησαν μια υδροηλεκτρική εγκατάσταση για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο την φόρτιση μπαταρίας μυστικού ραδιοφώνου και με τη χρήση γραφομηχανής (χειριστής της ήταν ο αείμνηστος αγωνιστής και δάσκαλος Γεώργιος Κυριαζόπουλος), συντάσσονταν Δελτία Τύπου κάθε εβδομάδα, με τίτλο «Ο Αγωνιστής», με τα νέα που μεταδίδονταν από το BBC, το Κάιρο και τη Μόσχα και κυκλοφορούσαν με απόλυτη μυστικότητα σε όλους τους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής.
·                    Βομβαρδισμός του Δημοτικού Σχολείου, τον Αύγουστο του 1944, από τους Γερμανούς κατακτητές, με ορειβατικά πυροβόλα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του οικισμού Πεταλιδίου.
·                    Δάσκαλός του Δημοτικού Σχολείου από το 1937 έως το 1941 διατέλεσε ο αείμνηστος αγωνιστής Κωνσταντίνος Γέμελος (1908 – 1963).
·                    Ο Γέμελος φέρνει στο σχολείο και τον μικρό οικισμό μια νέα πνοή πολιτισμού και δράσης,  μέσα από το καινοτόμο και δημιουργικό εκπαιδευτικό και πολιτισμικό του έργο (δημιουργία σχολικής δανειστικής βιβλιοθήκης, μαθήματα φωτογραφίας και χορού, θεατρικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικές εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, έκδοση εκθέσεων μαθητών και μοίρασμα τους στα σχολεία της ευρύτερες περιοχής κλπ.)
·                    Ο Γέμελος οργανώθηκε στο ΕΑΜ (υπήρξε και μέλος της επαρχιακής επιτροπής του ΕΑΜ Πυλίας) και κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής πήρε μέρους στους αγώνες της Εθνικής Αντίστασης, όπου και διακρίθηκε, ενώ κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1947- 1948) και άντεξε μια σειρά από απάνθρωπα και φρικτά βασανιστήρια.
·                    Ο Γέμελος θα αναδεικνυόταν σε μία από τις θρυλικές μορφές του ΕΑΜ και θα ενέπνεε καλλιτέχνες όπως τον Ρίτσο και τον Φαρσακίδη.
·                    Ο Ρίτσος στην ποιητική του συλλογή «Μακρονησιώτικα», που γράφτηκαν στην Μακρόνησο τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1949 όπου ήταν εξόριστος, κάνει αναφορά στον μεγάλο αγωνιστή Γέμελο.
·                    Ο καλλιτέχνης και αγωνιστής Φαρσακίδης στο Λεύκωμα «Μακρόνησος» (αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια της δικτατορίας το βιβλίο αποσύρθηκε), με εικαστικές μαρτυρίες και κείμενα που κατονόμαζαν επώνυμα τους βασανιστές και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου, αποτυπώνει σε χαρακτικό τον αγωνιστή Γέμελο σακατεμένο με πατερίτσες στην Μακρόνησο.
·                    Ο Γέμελος, το 1957 ως Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νίκαιας, πρότεινε στον Δήμο Νικαίας τον επίσημο χαρακτηρισμό της 17ης Αυγούστου 1944 -ημερομηνία του ιστορικού Μπλόκου της Κοκκινιάς- ως "ημέρας τοπικής εξάρσεως και εθνικής ανατάσεως" ενώ πρωτοστάτησε στη δημιουργία του "Ηρώου των πεσόντων Νίκαιας" στην πλατεία της Οσίας Ξένης το 1956.  Το 1958, στα πλαίσια των πολιτικών διώξεων της κυβέρνησης, παύεται από την θέση του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, ενώ το 1962 θα διατελέσει διευθυντής / εκδότης της τοπικής εφημερίδας της Κοκκινιάς «Λαϊκό Βήμα».  Σήμερα η πρώην οδός Μόργκενταου στη Νίκαια έχει μετονομαστεί προς τιμήν του σε οδό Κώστα Γέμελου.

Συνοπτική Αρχιτεκτονική Τεκμηρίωση
·                    Αποτελεί τυπικό αρχιτεκτονικό δείγμα αγροτικού μονοτάξιου διδακτηρίου του μεσοπολέμου και βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό τοπίο με πυκνή ενδημική βλάστηση.
·                    Κατασκευή κτηρίου βάσει αρχιτεκτονικού σχεδίου αγροτικού μονοτάξιου διδακτηρίου του 1927, του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.
·                    Η κατασκευή του ανάγεται την διετία 1932-34, από παραδοσιακούς ντόπιους τεχνίτες πετράδες, τους γνωστούς τότε «Τσαφαραίους» της περιοχής, καθώς και με την εθελοντική εργασία των κατοίκων του οικισμού.
·                    Αποτελείται από φέρουσα εξωτερική περιμετρική λιθοδομή με κοινούς λίθους και σχιστόπλακες της περιοχής και συνδετικό κονίαμα πάχους 0,60 cm σε όλο το ύψος της.
·                    Ο λίθινος τοίχος έχει κατασκευαστεί με μεγάλες και μεσαίες πέτρες, ενώ στο εσωτερικό έχουμε χαλίκια και μικρές πέτρες, σε συνδυασμό με κάποιου είδους κονίαμα.  Για καλύτερο δέσιμο οι μεγάλες  πέτρες αλληλεπικαλύπτονται σε ορισμένα σημεία.
·                    Σε σχέση με την όψη, ο πέτρινος τοίχος έχει μεσαίες πέτρες (σε σχέση με τις μεγάλες των γωνιολίθων) σε ικανοποιητικό ποσοστό.  Κυρίαρχη είναι η ύπαρξη μικρών σχετικά λίθων, με σφαιροειδείς απολήξεις, είτε σχιστόλιθους μικρούς. Το σύνολο (ο συνδυασμός δηλαδή των δύο μεγεθών) δίνει την εντύπωση μιας κλασικής ισορροπημένης δομής. Σε ορισμένα σημεία μπορεί να συναντήσουμε οριζόντιες ζώνες ενισχυτικές από μεγάλες πέτρες.  Ως συνδετικό κονίαμα έχει χρησιμοποιηθεί άργιλος και χώμα, ενώ για τα επιχρίσματα των τοίχων έχει γίνει χρήση ασβεστοκονιάματος, μέσω ασβεστοκάμινου τοπικής επινοήσεως
·                    Αποτελείται από μια αίθουσα διδασκαλίας και δύο μικρότερους χώρους, ενώ αναπτύσσεται, στη μεγάλη του πλευρά, στην κατεύθυνση Ανατολή – Δύση με την αίθουσα να «βλέπει» όμοια Βορρά και Νότο και η είσοδος είναι από στη νότια όψη.
·                    Έχει μήκος 10, 7 μέτρα και πλάτος 7 μέτρα και στην κύρια νότια όψη διαθέτει μια σειρά από τέσσερα ανοίγματα παραθύρων, στην δυτική όψη διαθέτει 2 ακόμη ανοίγματα παραθύρων και στην βόρεια όψη ομοίως διαθέτει 2 ανοίγματα παραθύρων, ενώ είναι ανοιγόμενα περί τον κατακόρυφο άξονα.  Τα παράθυρα είναι δίφυλλα με ξύλινο εξώφυλλο, ενώ η πόρτα ήταν καλαίσθητη ξύλινη μονόφυλλη με κάποια διακοσμητικά στοιχεία και βρίσκεται στη νότια όψη.  Το πρέκι των παραθύρων είναι κατασκευασμένο από ξύλο, για αυτό τον λόγο οι διαστάσεις στα ανοίγματα των παραθύρων είναι συγκεκριμένες.. 
·                    Το κτήριο καλυπτόταν από τετράριχτη κεκλιμένη ξύλινη στέγη παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με επικάλυψη από κεραμίδια βυζαντινού τύπου (το μεγαλύτερο τμήμα της στέγης έχει διαβρωθεί από τις εισροές νερών και έχει καταπέσει).
·                    Ο τρόπος σύνδεσης της στέγης με τη φέρουσα τοιχοποιία είναι μέσω της πάκτωσης, κυρίως των πρωτευόντων δοκών και των μικρότερων δευτερευόντων σ αυτή.
·                    Οι εσωτερικοί τοίχοι είναι μικρού πάχους, κατασκευασμένοι από καλαμωτή (τσατμά) επιχρισμένη εκατέρωθεν με ασβεστοκονίαμα. (Η υγρασία που έχει εισχωρήσει στο εσωτερικό του κτιρίου έχει προκαλέσει σήψη στα περισσότερα ξύλινα μέλη και έχει καταστρέψει το επίχρισμα τμημάτων της τοιχοποιίας)
·                    Οι περιμετρικοί τοίχοι φαίνονται επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα και στις δύο πλευρές τους, όμως σε αρκετές επιφάνειες (κυρίως εξωτερικά) το επίχρισμα έχει καταρρεύσει.
·                    Στο σύνολο της επιφάνειας από λιθοδομή δεν φαίνεται κατασκευή οριζόντιων ή κατακόρυφων ζωνών ενίσχυσης (σενάζ).
·                    Στο ύψος των πρεβαζιών των ανοιγμάτων υπάρχει τοποθέτηση ξύλινων δοκών
·                    Στο καλαίσθητο περίγραμμα των ανοιγμάτων των παραθύρων υπάρχουν χρωματικά ίχνη γαλάζιου χρώματος
·                    Η γενική κατάσταση διατήρησης καθώς η κατάσταση διατήρησης μορφολογικών στοιχείων είναι κακή
·                    Το κτήριο διέθετε ξύλινο δάπεδο (βρίσκεται σε κατάσταση αποσάθρωσεις) καθώς και ξύλινη στέγη που έχει μερικώς καταρρεύσει.
·                    Η δομή του πατώματος αποτελούνταν από τις κύριες ξύλινες δοκούς, τις δευτερεύουσες δοκούς (επίσης από ξύλο, που είτε είναι σφηνωμένες στην τοιχοποιία είτε είναι καρφωμένες πάνω στις κύριες δοκούς) και από τις σανίδες που είναι καρφωμένες πάνω στις δευτερεύουσες δοκούς.
·                    Η κλίση του εδάφους, στη θέση του κτιρίου, είναι μικρή με κατεύθυνση βορειοδυτική – νοτιοανατολική.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Κωνσταντίνος Γέμελος: Η εβδομάδα των Παθών στην Μακρόνησο, 1948

Κων/νος Γεμελος, Χαρακτικό από το Λεύκωμα "Μακρόνησος" του Γιώργου Φαρσακίδη*
Απόσπασμα από το βιβλίο "Ιστορία της Μακρονήσου" του Νίκου Μάργαρη**:
«Από τα τέλη Μαρτίου και πέρα, όλες αυτές τις ημέρες του Απριλίου, τις μέρες των παθών, τους είχαν αναγκάσει να στέκονται συνεχώς όρθιοι, φορτωμένοι όλα τα πράγματά τους (βαλίτσες, ρούχα ύπνου, δέματα κλπ.). Έτσι φορτωμένοι πηγαίνουν στη δουλειά, στις "διαφωτιστικές συγκεντρώσεις" κλπ., έτσι φορτωμένοι ξενυχτούν! Όρθιοι. Ο Γιάννης Πολίτης που από τα βασανιστήρια στα κρατητήρια της Γενικής Ασφαλείας είχε κομμένη τη γλώσσα του και σπασμένο το ένα πόδι, αναγκάζεται και αυτός να στέκεται φορτωμένος και όρθιος, στηριγμένος πάνω στα δεκανίκια του. Δεν του έδιναν ούτε ψωμί, ούτε νερό.
Τη Μεγάλη Παρασκευή οι βασανιστές Σωτηρόπουλος, Φίφας κλπ. γκρεμίζουν τα αντίσκηνα των κρατουμένων και τους βάζουν να τα στήσουν σε άλλες θέσεις. Ύστερα τα γκρέμιζαν πάλι και τους υποχρέωναν να τα στήσουν αλλού, για να τα ξαναγκρεμίσουν. Όσοι αργούσαν τάχα να τα στήσουν τους άρχιζαν στο ξύλο. Τη νύχτα κατάκοποι, χωρίς να έχουν προλάβει για λίγο να ησυχάσουν, δέχτηκαν νέα επίθεση. Με αλαλαγμούς και με μεγάλα ρόπαλα οι Α.Μ. και οι συνεργάτες τους γκρέμιζαν τα αντίσκηνα και κλοτσοπατούσαν και χτυπούσαν τους έντρομους κρατουμένους. Έσπαζαν τις στάμνες πάνω στα κεφάλια τους σκίζοντας πολλών τα μέτωπα και τα πρόσωπα και στερώντας τους το πολύτιμο νερό. Άλλους τους γύμνωναν και τους κρατούσαν όρθιους. Άλλους τους έβαζαν κάτω και χοροπηδούσαν επάνω τους και τους κλοτσούσαν. Άλλους τους έριχναν στη θάλασσα. Κι αυτό κράτησε όλη τη νύχτα.
Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ χτυπούσε "Ανάσταση" η καμπάνα, τρομακτικές κραυγές ακούγονταν από τις σκηνές. Εκείνη την ώρα είχαν κάνει νέο "νυχτερινό ντου" ο Φίφας, ο Μαυρολέων κλπ. και είχαν πάρει τον Τατάκη και τον Γέμελο και τους έριξαν στη θάλασσα δεμένους μαζί από τα χέρια.
Την Κυριακή του Πάσχα, μάλιστα, την Κυριακή ανήμερα της Λαμπρής, οι επιθέσεις και τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν στην "απομόνωση" του αριστερού «κλωβού». Ο πάτερ Κορνάρος όμως δεν έβλεπε, δεν άκουγε τίποτε, ήταν απορροφημένος με τη "Θεία Λειτουργία"». (Σελ. 237 - 238, Τόμος 2ος).
«Όταν κανείς πήγαινε πρωί στα αποχωρητήρια, στην αρχή που ήρθαμε στο Γ' Τάγμα, έβλεπε ένα, δυο και τρεις ξαπλωμένους. Άλλος έκοβε τον λαιμό του, άλλος έκοβε τα χέρια του και μέχρι το πρωί πέθαιναν.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, το βράδυ, μας πήγαν στην εκκλησία στα 12 Ευαγγέλια, ύστερα δηλαδή από δυο μήνες περίπου απ' τα επεισόδια στο Α΄ Τάγμα. Εγώ έκαναν παρέα με κάποιον Καβρουλάκη Δημήτριο απ' τα Χανιά και ενώ λειτουργούσε ο παπάς, εμείς λέγαμε για τους δικούς μας πώς θα κάνουν και φέτος Πάσχα χωρίς εμάς. Εν τω μεταξύ είμαστε γύρω στις 8.000 και οι τελευταίοι δεν ακούγαμε τίποτα, μόνο τον παπά βλέπαμε που έβγαινε στην πόρτα της εκκλησιάς κι έλεγε το Ευαγγέλιο και ξαναπήγαινε μέσα για μια στιγμή. Λέω στον Καβρουλάκη:
- Θαρρώ πως τα Ευαγγέλια τελείωσαν, πάμε να φύγουμε;
Και ξεκινήσαμε. Αλλά οι μαγκουροφόροι μας φυλάγανε να μην φύγουμε. Ο Καβρουλάκης τους έλεγε οι "απόστολοι".
Μόλις φθάσαμε στα αποχωρητήρια, φθάνουν οι "απόστολοι" και μας κάνουν αγνώριστους. Με την κουβέρτα μας πήραν συνάδελφοί μας και μας πήγαν στη σκηνή. Κι έτσι κάναμε Πάσχα ξάπλα στη σκηνούλα μας». (Σελ. 230, Τόμος 2ος).
«...Ανάρια ανάρια ακούγονται βογκητά. Κάνω ν' ανοίξω τα μάτια, τίποτα. Δοκιμάζω να κουνηθώ, μα δεν τα καταφέρνω. Δεν ορίζω τον εαυτό μου. Τα χέρια δε δουλεύουν, μήτε τα πόδια. Μουλιάζω στο αίμα και το κορμί μου καίει. Έτσι αποκαμωμένος ακούω μόνο τα αγκομαχητά που ολοένα σβήνουν. Γιατί σβήνουν; Η αγωνία αρχίζει να με σφίγγει. Γιατί σβήνουν τα αγκομαχητά; Ηθελα να κλάψω δυνατά, μα δάκρυ δεν κυλάει.
Ακούω καλά;
Απ' την απέναντι πολιτεία φτάνουν αχνά στ' αφτιά μου γλυκόηχοι χτύποι! Είναι η Ανάσταση και χτυπάνε οι καμπάνες στις εκκλησιές. Είναι η μεγάλη γιορτή της Αγάπης και της ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους! Χτυπάνε οι καμπάνες!». (Σελ. 437, Τόμος 2ος)

* Το λεύκωμα «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ», με σχέδια και κείμενα του Γιώργου Φαρσακίδη, τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1964.  Ήταν το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε με εικαστικές μαρτυρίες και κείμενα που κατονόμαζαν επώνυμα τους βασανιστές και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου.
** "Το βιβλίο τούτο δεν γράφτηκε για να διαφημίσει ή να κακολογήσει με κλειστά μάτια τη Μακρόνησο. Όσοι αφηγούνται περιστατικά και γεγονότα εδώ μέσα, δεν είναι ούτε δεύτερα, ούτε τρίτα πρόσωπα. Όλοι ζήσαν εκεί. Γευτήκανε, γνωρίζουνε, θυμούνται.
Το βιβλίο τούτο δεν έρχεται να καταδικάσει εκ των προτέρων μια μερίδα και να βγάλει ασπροπρόσωπη μια άλλη.
Δεν ξεκίνησε με πρόθεση να στιγματίσει βασανιστές και να ηρωοποιήσει θύματα.
Στους ήρωες και στους βασανιστές είναι οι πράξεις που μιλάνε.
Από την ίδρυση των αναμορφωτηρίων έχουνε περάσει δέκα οχτώ χρόνια. Είναι αρκετά για να μπορούμε να σηκώσουμε σήμερα, απαλλαγμένοι από κάθε ψυχικό βρασμό και σκοπιμότητα, έστω και πάνω από τα ερείπια, το πέπλο που σκεπάζει τη Μακρόνησο.
Να κοιτάξουμε και τα δυο της πρόσωπα. Μα πιο πολύ το άγνωστο. Εκείνο το πρόσωπο που το γνωρίσανε και το θυμούνται ακόμα μόνο εκείνοι που το ζήσανε.
Ναι. Υπάρχει και το δεύτερο πρόσωπο. Το πραγματικό. Σ' αυτό βρίσκεται αποκρυσταλλωμένη η ιδέα που γέννησε, ανάθρεψε και γκρέμισε τη Μακρόνησο. Το πρόσωπο που τόσο πολύ έγινε αντικείμενο σκληρών δημοσίων συζητήσεων. Που συγκλόνισε τον έξω κόσμο και σχολιάστηκε πολύ. Το πρόσωπο που αμφισβητήθηκε. Που σκόπιμα "ερμηνεύτηκε" ή παρερμηνεύτηκε. Που μερικοί το κρύψανε. Και άλλοι το δικαιολογήσανε. Το πρόσωπο, που ορισμένοι δεν καταδέχτηκαν ή φοβήθηκαν να πάνε να το ιδούνε. Ενώ άλλοι τρέξανε να το καταδικάσουν επίσημα ή ανεπίσημα όταν είχε πεθάνει πια.
Αν το "πείραμα" των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί.
Καλή ή άσχημη, αυτή είναι η απλή, η γυμνή αλήθεια. Και δε λέγεται για να βρίσει ή να ταπεινώσει εκείνους που για λογαριασμό τους υπήρξε και παραμένει πικρή και δυσάρεστη.
Η αλήθεια, όσο και να την καταπνίγουμε, δεν μπορεί να κρυφτεί για πάντα.
Το βιβλίο τούτο είναι ένα ημερολόγιο. Είναι μια συλλογή με βιώματα. Με ζωντανά περιστατικά, που συνθέτουν μια τραγωδία, και που δε γίνεται να μείνει στην αφάνεια. Έχει μια θέση στην εθνική μας ιστορία. Κανένας δεν μπορεί να την αρνηθεί.
Ο συγγραφέας δεν παρακινήθηκε από τη φιλοδοξία να προσθέσει, σώνει και καλά, μια σελίδα στην Ιστορία του Έθνους.
Τρία χρόνια στη Μακρόνησο, πόνεσε κι έκλαψε μαζί με τις δεκάδες χιλιάδες τους φαντάρους, τους αξιωματικούς, τους εξόριστους και τους φυλακισμένους που πέρασαν από τα αναμορφωτήρια.
Έζησε, είδε από κοντά, άκουσε, σημείωσε.
Κι όταν η περιπέτεια κάποτε σταμάτησε, ξαναδούλεψε όσα στοιχεία υπομονετικά και με λαχτάρα συγκέντρωσε εκείνη την εποχή.
Ξέθαψε και ξανακοίταξε τα γραφτά του, όσα σημειώματα είχανε σωθεί. Έτρεξε σε κάθε πηγή που θα μπορούσε να φορτίσει ακόμα πιο πολύ το απέραντο τούτο θέμα, συγκέντρωσε νέο, άγνωστο ή ξεχασμένο υλικό.
Συζήτησε πάλι και πάλι, άκουσε, ρώτησε, συμβουλεύτηκε.
Ύστερα από πολλά χρόνια δύσκολη και κουραστική δουλειά γεννήθηκε τούτο το βιβλίο. Ένα βιβλίο που το γράψανε όλοι εκείνοι. Οι σκοτωμένοι και οι ζωντανοί της Μακρονήσου".



Νίκος Μάργαρης 

(Από την παρουσίαση της έκδοσης, Ιανουάριος 1982)

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Η μάχη της Σχοινόλακας, 15.03.1825

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν
      Οι αγωνιζόμενοι για εθνική ελευθερία Έλληνες θα αντιμετωπίσουν την απόβαση του Ιμπραήμ στις αρχές του 1825 με μειωμένες τις  υλικές και πολιτικές δυνάμεις τους, με κλονισμένες τις ηθικές και χωρίς ουσιαστική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.  Οι αντιδράσεις της οποίας θα είναι και υποτονικές και απερίσκεπτες.  Είχαν προηγηθεί οι δύο εμφύλιοι (Μάρτιος-Ιούνιος και Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1824) που υπήρξαν καταστρεπτικοί και είχαν σοβαρές συνέπειες για μεγάλο διάστημα, με θριαμβευτές τους Ρουμελιώτες πολέμαρχους και τους Υδραίους συμμάχους τους.  Πολλοί Πελοποννήσιοι ηγέτες, με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη, βρίσκονταν φυλακισμένοι στην Ύδρα, ενώ οι Ρουμελιώτες στην Πελοπόννησο συμπεριφέρονταν σαν κατακτητές σε εχθρικό έδαφος.
      Η απόβαση του Ιμπραήμ τον Φεβρουάριο του 1825 στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, ελάχιστη εντύπωση προκάλεσε αρχικά στους Έλληνες.  Οι απώλειες του Ιμπραήμ, αφότου έφυγε από την Αλεξάνδρεια, σε πλοία, άνδρες, άλογα και υλικό, αναλογούσαν περίπου με το ένα τρίτο του συνόλου.  Οι αρρώστιες, οι καιρικές συνθήκες αλλά και η παρενόχληση του ελληνικού στόλου ήταν παράγοντες υπεύθυνοι για τις καταστροφές αυτές.  Το έργο των Ελλήνων θαλασσινών εξακολουθούσε να καθησυχάζει την κυβέρνηση στο Ναύπλιο καθώς πίστευαν ότι ο κίνδυνος δεν ήταν μεγάλος και οι Έλληνες συνέχισαν τις αντιδικίες τους, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα.  Πρόεδρος του Εκτελεστικού είχε γίνει ο Υδραίος καπετάνιος Γεώργιος Κουντουριώτης, ο οποίος δεν διέθετε γνώσεις για τον χερσαίο πόλεμο αλλά ούτε και ηγετικά προσόντα.  Τον πλαισίωναν δύο θανάσιμοι εχθροί μεταξύ τους, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ως αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού και διευθυντής της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, μέλος του Εκτελεστικού με επιρροή στους Ρουμελιώτες πολέμαρχους, στους οποίους έταξε πελοποννησιακή λεία.  Μια τρίτη τάση εκπροσωπούσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί, όπως ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς, που συνέπρατταν με την κυβέρνηση και τους νικητές του εμφυλίου.  Ενιαίος στρατός δεν υπήρχε και οι δεκάδες ομάδες συγκροτούνταν από καπετάνιους οι οποίοι κατέθεταν πλαστούς καταλόγους ανδρών στην κυβέρνηση, για να εισπράττουν υπεράριθμους μισθούς και σιτηρέσια.
      Οι Υδραίοι καπετάνιοι προειδοποιούσαν την κυβέρνηση ότι κύριος στόχος του Ιμπραήμ ήταν το οχυρωμένο Νιόκαστρο της Πύλου, αλλά το ελληνικό στρατόπεδο, με το άνθος των μεγάλων αγωνιστών, αργούσε να σπεύσει σε βοήθεια.  Ακολούθησαν σπασμωδικές συγκρούσεις σωμάτων με τον οργανωμένο στρατό του Ιμπραήμ με σοβαρές ελληνικές απώλειες, ιδιαίτερα στο ηθικό των Ελλήνων.  Αν είχε υπάρξει έγκαιρα συντονισμένη εκστρατεία υπό ενιαία διοίκηση, οι εμπειροπόλεμοι και αριθμητικά υπέρτεροι Έλληνες θα είχαν καταστρέψει την εμπροσθοφυλακή των Αιγυπτίων.  Όμως, η κατακερματισμένες ελληνικές δυνάμεις μαστίζονταν από τις εσωτερικές έριδες των Ρουμελιωτών, αλλά και την απειθαρχία κορυφαίων αγωνιστών, όπως οι Καραϊσκάκης, Κώστας Μπότσαρης, Τσάμης, Καρατάσος, Πετρόμπεης και άλλων.  Ο Ιμπραήμ κατέλαβε τελικά το Νιόκαστρο στις 23 Μαρτίου του 1825 και εξασφάλισε έτσι το προγεφύρωμα που του επέτρεψε να κατακτήσει το μέγιστο τμήμα του Μοριά.

Απώθηση των ελληνικών δυνάμεων και μάχη στη Σχοινόλακα
 
 Η κατάσταση των ελληνικών στρατευμάτων της Μεσσηνίας εξακολουθούσε να είναι φρικτή, ειδικά σε θέματα επισιτισμού.  Χαρακτηριστικό της κατάστασης αυτής είναι , ότι, την 10η Μαρτίου 1825 το απόθεμα του ψωμιού έφθανε μόλις για τέσσερις ημέρες ακόμη.  Αξίζει να σημειωθεί ότι το μόνο φαγώσιμο που έδιναν στα στρατεύματα ήταν ψωμί και αυτό κακής ποιότητας, ακατάλληλο ακόμη και για ζώα.  Παράλληλα, τα παράπονα για τις καθυστερήσεις μισθών όλο και μεγάλωναν, ενώ οι Ρουμελιώτες γύριζαν ασύντακτοι μέσα στα χωριά.  Μέσα σε αυτό το κλίμα η λιποταξία έπαιρνε σημαντικές διαστάσεις, προπάντων διέρρεαν οι Μανιάτες.  Οι Αρκαδινοί, που θα μπορούσαν να ωφελήσουν πολύ καθώς γνώριζαν τα μέρη, δεν επιστρατεύονταν, αλλά έμεναν στα βουνά όπου είχαν καταφύγει τον καιρό του κατατρεγμού τους από τους Ρουμελιώτες. 
      Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τις διαταγές της που θεωρούσε ότι εφαρμόζονταν κατά γράμμα, υπολόγιζε τις δυνάμεις της Μεσσηνίας σε 6.000 - 7.000, αλλά στην πραγματικότητα δεν έφθαναν το μισό του αριθμού αυτού.  Αυτή η μικρή δύναμη, υπό τις συνθήκες αυτές, έπρεπε να αντιμετωπίσει τον κατά πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατό του Ιμπραήμ.  Ο κύριος όγκος των ελληνικών δυνάμεων, προπάντων τα ρουμελιώτικα στρατεύματα των Γεωργίου Καραϊσκάκη, Κίτσου Τζαβέλα, Χατζηχρήστου και τα σώματα του Κυριάκου Σκούρτη και άλλων, που θα αριθμούσαν ως 3.000 άνδρες, είχαν καταλάβει θέσεις μπροστά από το Νιόκαστρο και το προκάλυπταν.
      Την 9η Μαρτίου 1825 ο Ιμπραήμ στέλνει μέσα στο λιμάνι του Ναβαρίνου δύο κανονιοφόρους, που άρχισαν να κτυπούν το φρούριο, ενώ η φρουρά δεν διέθετε μέσο για να αμυνθεί.  Την ίδια μέρα κινήθηκε ο ίδιος ο Ιμπραήμ με τους μηχανικούς του προς το φρούριο με την συνοδεία του 3ου συντάγματος, της φρουράς του  και 300 ιππέων.  Η ένοπλη αυτή αναγνώριση κράτησε ολόκληρη την ημέρα, ενώ το βράδυ αποσύρθηκαν.  Το πρωί της επόμενης ημέρας, 10 Μαρτίου, ο Ιμπραήμ προώθησε τα δέκα τάγματα των 3ου και 4ου συντάγματος, δηλαδή περίπου 4.000 άνδρες, 400 ιππείς και τέσσερα ελαφρά κανόνια, για να καταλάβουν τα υψώματα γύρω από το Νιόκαστρο.  Παράλληλα, ο Ιμπραήμ άρχισε να μετακινεί από το φρούριο της Μεθώνης τα βαριά φρουριακά κανόνια του για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του Νιόκαστρου ως πολιορκητικά, αλλά δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν από τη Μεθώνη στο πολιορκητικό στρατόπεδο μέσα από το ανώμαλο έδαφος και έτσι ο Ιμπραήμ διέταξε να αρχίσουν οι εργασίες της κατασκευής δρόμου.
      Την επομένη, 12 Μαρτίου, ο Ιμπραήμ απέβλεπε στο να απομακρύνει τα ελληνικά σώματα που προκάλυπταν το Νιόκαστρο και εναντίον τους κίνησε το 1ο  και 3ο τάγμα του 3ου συντάγματος.  Οι Έλληνες ανέλαβαν αμέσως αντεπίθεση και χτύπησαν με επιτυχία τα προχωρημένα τμήματα του 3ου συντάγματος και τα ανάγκασαν να συμπτυχθούν, αλλά οι Αιγύπτιοι είχαν την υπεροχή της τακτικής.  Ο διοικητής του 1ου τάγματος, βλέποντας ότι οι Έλληνες πολεμούσαν χωρίς τάξη και άφηναν τα πλευρά τους ακάλυπτα, επιτέθηκαν πλάγια εναντίον του αριστερού τους πλευρού και τους διέλυσε, κάνοντας τους να υποχωρήσουν άτακτα.  Η μάχη αυτή στοίχισε στους Αιγύπτιους 11 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους από το 3ο τάγμα, ενώ οι Έλληνες είχαν 56 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους, ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο οπλαρχηγός Βασιλειάδης.
      Μετά την συμπλοκή αυτή τα ελληνικά σώματα αποσύρθηκαν σε απόσταση δύο ωρών από το φρούριο και σκόρπισαν σε αποστάσεις μισής και μίας ώρας μεταξύ τους.  Έτσι αφέθηκε το πεδίο μπροστά στο Ναβαρίνο ελεύθερο στον Ιμπραήμ και το Νιόκαστρο περιήλθε σε κατάσταση πολιορκίας.   Παράλληλα, η φρουρά του Νιόκαστρου δεν είχε πυροβολικό ώστε να κρατήσει τον εχθρό σε απόσταση και έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πλησίασαν πάρα πολύ, ενώ από τις πρώτες ενέργειες τους ήταν σταματήσουν την υδροδότηση του φρουρίου.  Την ίδια εκείνη ημέρα, 12 Μαρτίου, άρχισε να βάλλει η πρώτη εχθρική πυροβολαρχία.
      Η φρουρά του Νιόκαστρου ήταν ασθενέστατη και με επιστολές ζήτησε από τους έξω βοήθεια.  Ο Έλληνας αρχιστράτηγος των χερσαίων δυνάμεων Σκούρτης έμπασε το βράδυ της ημέρας εκείνης μέσα στο φρούριο λίγους στρατιώτες, μερικούς Μακεδόνες από το σώμα του Καρατάσου (1764-1830) υπό τον Γιάννη Βελέτζα, ενώ το ίδιο βράδυ μπήκαν μέσα στο φρούριο και τα δύο παιδία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Γιώργης και Γιάννης, με 168 Μανιάτες, αυξάνοντας έτσι τη φρουρά σε 400 άνδρες περίπου.   Συγχρόνως, αγγλικά εμπορικά πλοία που έφθασαν στην Σφακτηρία έβγαλαν κρυφά τη νύχτα τρόφιμα στο φρούριο.  Παράλληλα, έφθασε και ελληνική ναυτική δύναμη, καθώς 6 Σπετσιώτες πλοίαρχοι, αφού περίμεναν στο Γύθειο ως τη 12η Μαρτίου πότε θα φανούν τα υδραίικα πλοία, αποφάσισαν να πάνε στο Νιόκαστρο και την άλλη μέρα13 Μαρτίου, ένα από αυτά μπήκε στο λιμάνι του Ναβαρίνου.   Η παρουσία του ωφέλησε αμέσως τους πολιορκημένους, διότι οι δύο αιγυπτιακές κανονιοφόροι που κτυπούσαν  από την 9η Μαρτίου το παραλιακό τείχος του Νιόκαστρου αναγκάσθηκαν να φύγουν.
      Οι Αιγύπτιοι έστρεψαν εναντίον του σπετσιώτικου τα πυρά της κανονιοστοιχίας τους, αναγκάζοντας το να αποσυρθεί εκτός βολής στο βάθος του λιμανιού, κοντά στο σκόπελο "Χελωνάκι".  Την ίδια μέρα τελείωσε και το στήσιμο της δεύτερης κανονιοστοιχίας με δύο μεγάλους όλμους, που τοποθετήθηκαν σε απόσταση 450 μέτρων από το φρούριο, μέσα στην κοίτη ενός χειμάρρου, που κατευθύνεται από Ανατολάς προς Νότο και πλησιάζει το φρούριο ως 140 μέτρα.  Η κανονιοστοιχία αυτή άρχισε να βάλλει από την επόμενη ημέρα.  Λίγο αργότερα έφθασαν και τα υπόλοιπα σπετσιώτικα πλοία, αλλά δεν έμειναν για πολύ καθώς έφυγαν για να συναντήσουν τον στόλο του Μιαούλη.  Μόνο ένα από αυτά, το "Ποσειδών", κράτησε μέσα στο λιμάνι ο Αναγνωσταράς, διότι το θεώρησε απαραίτητο για να εμποδιστεί ο εχθρός να στείλει πάλι μέσα στο λιμάνι τις δύο κανονιοφόρους.  
      Αφού οι Αιγύπτιοι εγκαταστάθηκαν πολιορκητικά γύρω από το Νιόκαστρο, οι Έλληνες, Ρουμελίωτες και λίγοι Πελοποννήσιοι,  απομακρύνθηκαν ακόμη περισσότερο από αυτό, μερικοί σε απόσταση τριών και τεσσάρων ωρών σε διάφορα χωριά, όπως Χανδρινού, Φουρτζί, Λογκα κ.α.  Πιο κοντά σχετικά βρισκόταν ο Καρατάσος, που με το σώμα του, 200 Μακεδόνες, είχε πιάσει το χωριό Σχοινόλακα, σε απόσταση μιάμιση με δύο ωρών από το Νιόκαστρο, στα δεξιά του εχθρού.  Πιο μακριά ήταν οι Πάναγιώτης και Γεώργιος Γιατράκος και ο Χατζηχρήστος και ακόμη πιο μακριά ο Αγγελής Γάτσος, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ο Γιαννάκης και ο Κωνσταντίνος Γιολδάσης.  Ο Ιμπραήμ ήθελε να τους διαλύσει ή τουλάχιστον να τους απομακρύνει ακόμη πιο πολύ, για να μην μπορούν να του δημιουργήσουν αντιπερισπασμό κατά τη διεξαγωγή της πολιορκίας του Νιόκαστρου.  Οι Αιγύπτιοι ήταν πληροφορημένοι για τις θέσεις και τις δυνάμεις των Ελλήνων και θεώρησαν καλύτερα να προσβάλουν την Σχοινόλακα.  Έτσι κινήθηκαν το πρωί της Κυριακής την 15η Μαρτίου 1825 με τρία τάγματα του 3ου συντάγματος, ως 1.20 άνδρες και με 400 ιππείς, χωρίς καθόλου πυροβολικό.  Όμως γύρω από το χωρίο υπήρχαν ελιές και πυκνή βλάστηση και έτσι δεν υπήρχε έδαφος κατάλληλο για ιππικό.  Ο Ιμπραήμ χώρισε το πεζικό του σε τρείς φάλαγγες, ίσως κατά τάγμα, και το ιππικό του σε δύο, τη μια στο δεξιό και την άλλη στο κέντρο.
      Μια από τις φάλαγγες επήλθε εναντίον του σώματος του Καρατάσου, που αριθμούσε περίπου 200 άντρες  και τον ανάγκασαν να κλεισθεί σε μερικά σπίτια, τα οποία αποτέλεσαν ουσιαστικά μικρά φρούρια.  Ταυτόχρονα, δυνάμεις του ιππικού κινήθηκαν ανατολικά της Σχοινόλακας για να παρεμποδίσουν τα ελληνικά σώματα που έσπευσαν να βοηθήσουν τον Καρατάσο, όπως τους είχε ζητήσει.  Συγκεκριμένα, οι Παναγιώτης Γιατράκος και Χατζηχρήστος έμειναν στις θέσεις τους και έστειλαν τον Γεώργιο Γιατράκο με 150 εκλεκτούς στρατιώτες.  Όμως, οι πεζοί του Γιατράκου, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τους ιππείς, ανατρέπονται και επιστρέφουν διωκόμενοι προς Χανδρινού.  Το ιππικό τους καταδιώκει και συγκρούεται με στρατιώτες του Χατζηχρήστου που έσπευσαν να βοηθήσουν και αποχωρεί, καθώς έχει επιτύχει την αποστολή του να αποτρέψει τους Έλληνες να βοηθήσουν το εγκλωβισμένο σώμα του Καρατάσου.  Παράλληλα, οι ευρισκόμενοι στο Φουρτζί και τους γύρω συνοικισμούς Γάτσος, Βαλτινός, Μαυροβουνιώτης και Γιολδάσης κινούνται και αυτοί προς βοήθειαν του Καρτάσου.  Όμως και αυτοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με το αιγυπτιακό ιππικό, πιθανώς δυτικά του συνοικισμού της Κουκουνάρας,  θα ανατραπούν και θα υποχωρήσουν με απώλειες.  
      Καθ΄ όλο αυτό το διάστημα τον κύριο όγκο του εχθρικού πεζικού, δύο τάγματα, κρατούσε ο Καρατάσος στην περιοχή της Σχοινόλακας, καθώς οι Αιγύπτιοι δεν έδειξαν την απαιτούμενη ικανότητα να τον αντιμετωπίσουν.  Οι διοικητές των δύο ταγμάτων ή από απειρία ή από απρονοησία και υποτίμηση του αντιπάλου τους, δεν έταξαν τις δυνάμεις τους ακροβολιστικά γύρω από τα σπίτια, αλλά σε πυκνή φάλαγγα και σε απόσταση βολής τυφεκίου.  Οι Έλληνες όταν αντιλήφτηκαν το λάθος των εχθρών, άρχισαν πυκνά πυρά εναντίον τους.  Οι Αιγύπτιοι πολέμησαν πολύ άσχημα, καθώς δεν κατόρθωσαν ούτε σύμπραξη να πετύχουν, κρατώντας λίγο και άρχισαν να κλονίζονται.  Τέλος, αφού είχαν 80 νεκρούς και 120 τραυματίες, αποσύρθηκαν άτακτα, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης τον οπλισμό των νεκρών.  Μετά το μεσημέρι ενέσκηψε ραγδαία βροχή και οι Αιγύπτιοι άφησαν τον αγώνα και γύρισαν στο στρατόπεδο τους, καθώς η βροχή καθιστούσε άχρηστα τα όπλα τους.  Ο Καρατάσος μάζεψε από το πεδίο της μάχης 52 τουφέκια λογχοφόρα και αποσύρθηκε και αυτός. 
      Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι στους Αιγυπτίους φθορά προξένησε μόνο ο Καρατάσος.  Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν 160 νεκροί και τραυματίες και πέντε αιχμάλωτοι.  Κατά την σύμπτυξη των Ελλήνων μέσα στην βροχή και τη νύχτα που ακολούθησε, επήλθε σύγχυση στα σώματα, καθώς αρκετοί στρατιώτες αποκόπηκαν από αυτά και προφασιζόμενοι την κακοκαιρία σκόρπισαν στα γύρω χωρία ως την Καλαμάτα και το Νησί, όπου, μακριά από κάθε έλεγχο , λιποτακτούσαν.  Έτσι γύρω από τους αρχηγούς έμειναν πολύ λίγοι άνδρες και ο Καρατάσος και ο Γεώργιος Γιατράκος έκαναν αναφορά στο Εκτελεστικό ζητώντας να σταλούν περισσότερα αξιόμαχα στρατεύματα, γιατί, διαφορετικά, πρόβλεπαν άσχημη εξέλιξη.  Έτσι, μετά τη νέα αυτή και κρισιμότερη επιτυχία απομάκρυνσης των ελληνικών στρατευμάτων, ο Ιμπραήμ μπορούσε ανενόχλητος να πολιορκήσει το Νιόκαστρο.

Δημοσθένης Κορδός                

Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου